Woman with red face mask

Κατ εικόνα και καθ ομοίωση

Η κακοτυχία δεν προέρχεται από ραγισμένους καθρέφτες, αλλά από ραγισμένα μυαλά
Ντ. Αρτζέντο, Σουσπίρια

Δεκαοχτώ ήρεμα χρόνια, όσο μεγάλωνε στο Χαλάνδρι, και πέντε χρόνια σπουδών στο Εδιμβούργο δεν την είχαν προετοιμάσει για το θέαμα εξαθλίωσης που αντίκρισε την πρώτη της ημέρα στην “Αυγή”. Νόμιζε ότι η πρακτική της, η συμβουλευτική σε ανύπαντρες μητέρες, που έκαναν ένα ακόμα παιδί όταν το επίδομα τους έληγε, την είχαν προετοιμάσει για το πόσο σκληρή μπορεί να είναι η ζωή. Αλλά η πρώτη επαφή με τους ζωντανούς-νεκρούς των Εξαρχείων ήταν τόσο τρομαχτικό θέαμα, που ο Μάρκος πρόσεξε αμέσως την έκφραση φρίκης της.
“Μη φοβάσαι,” της ψιθύρισε στο αυτί, “δε θα σε βιάσουν. Δεν τους σηκώνεται από την πρέζα.”
Η Σόφι ίσως και να είχε θυμώσει με το σχόλιό του, αλλά τα διαλυμένα κορμιά που στέκονταν στον προθάλαμο την είχαν συγκλονίσει τόσο που ούτε καν πρόσεξε τι της είπε ο συνάδελφός της. Τα άδεια, νεκρά μάτια, το άπλυτο, νεκρωμένο δέρμα, οι πληγές από τις βελόνες που είχαν καταφάει τις φλέβες τους… Δεν είναι τυχαίο που τα ζόμπι της Καραϊβικής ήταν ναρκομανείς, σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε την πτυχιακή που είχε κάνει μία άλλη, πιο αθώα εποχή. Γαμώτο, θα μπορούσε κανείς να βγάλει ταινία με τίτλο: “Τα Εξάρχεια των Νεκρών”! Το αστείο της αυτό την ηρέμησε λίγο, αρκετά για να ακούσει τι της έλεγε ο Μάρκος
“Ξύπνα, μικρή,” της είπε, “ξέρεις τι θα έλεγε ο Φρόιντ σου, αν έβλεπε τη φάτσα σου.”
“Ο Φρόιντ ήταν ένας γερο-αγάμητος,” ανταπάντησε εκείνη με στόμφο. Σαν κι εσένα, μαλάκα κοινωνιολόγε, συμπλήρωσε από μέσα της.
“Ναι, καλά,” είπε ο άντρας και, τραβώντας μία καρέκλα, την πρόσφερε στην κοπέλα. Αυτή τον αγνόησε και πήρε ένα κάθισμα για τον εαυτό της.
“Νιώθεις έτοιμη;” την ρώτησε ο άντρας και η Σόφι του έγνεψε ότι ναι, ήταν. Ο Μάρκος, με άνεση που πρόδιδε τα χρόνια του στο ίδρυμα, άνοιξε το μικρό τζάμι εμπρός τους και πάτησε το μεγάλο λευκό κουμπί που ήταν δίπλα στο χέρι του. Ένας δυνατός, έντονος βόμβος διέτρεξε το δωμάτιο.
Δύο-τρεις από τους ζωντανούς-νεκρούς κοίταξαν τα νούμερα στα χαρτιά τους, αλλά μόνο ένας σηκώθηκε με δυσκολία από το κάθισμά του και έσυρε με κόπο το κορμί του προς το γραφείο τους. Η Σόφι εξέτασε με προσοχή τον πρώτο της ασθενή; Πελάτη; Θύμα; Η νεαρή ψυχολόγος δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν ο άντρας, ήξερε όμως πως, ό,τι και να ήταν, θα στοίχειωνε με εφιάλτες τον ύπνο της.
Ο άντρας δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από είκοσι, όμως έδειχνε γερασμένος. Τα κάποτε ξανθά μαλλιά του είχαν τώρα το θαμπό γκρίζο της απλυσιάς. Τα μάτια του κάποτε ίσως να τα θεωρούσε όμορφα, έτσι γαλάζια που ήταν, αν και χάνονταν ανάμεσα στο κόκκινο του ασπραδιού και τα πλαισίωνε ένα πρόσωπο βυθισμένο στον εφιάλτη της ηρωίνης. Τα κακάδια από τις ενέσεις στο λαιμό του μιλούσαν από μόνα τους.
Και η μυρωδιά του… Η μυρωδιά του, η βρώμα κάτουρου και ξεραμένου ιδρώτα, έκανε τη Σόφι να μετανιώσει για τον ντάμπλ κάραμελ μακιάτο που ήπιε το πρωί – μετά βίας συγκράτηθηκε για να μην κάνει εμετό.
“Καλημέρα,” είπε στον άντρα, “Λέγομαι Σοφία Στεφάνου. Μπορείς να με λες Σόφι. Πες μου λίγο για τον εαυτό σου.”
Ο άντρας την κοίταξε σα χαμένος. “Καλημέρα Άλκη,” του είπε ο Μάρκος. “Όλα καλά;”
Ο Άλκης έστρεψε το νυσταγμένο βλέμμα του προς το μέρος του. “Μια χαρά,” του είπε με έναν αργό τόνο, σα να είχε κατεβάσει κάποιος τις στροφές σε ένα πικ-απ.
“Μήπως είχες κάποιο πρόβλημα αυτή την εβδομάδα;” συνέχισε ο Μάρκος.
“Όχι, τίποτα.” Η Σόφι πρόσεξε τους λεκέδες από αίμα, σκούροι πάνω στο ξεθωριασμένο πανωφόρι του.
“Σίγουρα;” μπήκε σφήνα στη συζήτηση. “Μήπως χτύπησες;” ρώτησε, με το βλέμμα καρφωμένο στους λεκέδες.
“Αυτό-” έκανε φοβισμένα ο Άλκης, “αυτό δεν είναι τίποτα. Ένας… ένας μικροκαυγάς… Κάτι παλιοπάκηδες μας την πέσανε… Πέσανε μόνο κάτι ψιλές…” Ικετευτικό βλέμμα προς το Μάρκο. “Σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα στους μπάτσους…”
Ο Μάρκος παρέμεινε σιωπηλός. “Σίγουρα σας την πέσανε; Και μόνο ψιλές ήταν;”
“Μη με καις ρε μαν…” αλύχτησε σαν κλαμένο κουτάβι ο Άλκης, “θα με ξαναχώσουν ρε μαν στη στενή.”
“Μη μάθω ότι έγινε κανα χοντρό σκηνικό, τη γάμησες,” του είπε ο Μάρκος, υπέγραψε βιαστικά ένα χαρτί και του το έχωσε στο χέρι . “Τα λέμε την άλλη εβδομάδα,” είπε.
Ο Άλκης σηκώθηκε με κόπο και έσυρε το κορμί του έξω από τον προθάλαμο με εκπληκτική ταχύτητα. Δεν είχε προλάβει όμως να κάνει τρία βήματα, πριν ο Μάρκος κλείσει βιαστικά το τζάμι ανάμεσά τους.
“Πας καλά, μικρή;” τη ρώτησε, ενώ τα μακριά του δάκτυλα κτυπούσαν ρυθμικά στο γραφείο εμπρός του. “Νομίζεις ότι κάνεις ψυχανάλυση εδώ;”
“Ήθελα να βοηθήσω,” αντεπιτέθηκε η κοπέλα.
“Σύνελθε,” σύρριξε εκείνος, “δεν πρόκειται να σώσεις κανένα πρεζόνι που έρχεται εδώ μόνο και μόνο για να μη λήξει η αναστολή του.”
“Για τόσο ανίκανη με έχεις;” ξεσπάθωσε η κοπέλα.
“Δε. Θέλουν. Να. Σωθούν!”
Θα το δούμε αυτό, σκέφτηκε η κοπέλα μουτρωμένη.

Η Σόφι δεν πίστευε στο Θεό, όμως, όσο οι μέρες περνούσαν, είχε πια σιγουρευτεί ότι όχι μόνο υπήρχε ο Διάβολος, αλλά ότι είχε φτιάξει τον άνθρωπο κατ εικόνα και καθ ομοίωσή του. Απόδειξη: τα ζόμπι της “Αυγής” πράγματι δεν ήθελαν να σωθούν.
Είχε δοκιμάσει. Είχε δοκιμάσει επιθετικά, προσπαθώντας να δείξει ότι ήταν φίλη τους, αλλά, όπου ο συνομιλητής της έδειχνε να επικοινωνεί με το περιβάλλον, συναντούσε ένα τείχος αδιαφορίας. Είχε δοκιμάσει να γίνει πιο διακριτική, προσπαθώντας να τους ενθαρρύνει με πλάγιο τρόπο να της πουν τα προβλήματά τους. Τζίφος και αυτό. Προσπάθησε να τους πιάσει την κουβέντα για άσχετα πράγματα μήπως και ξανοιχτούν. Τζάμπα κόπος. Τη δεύτερη εβδομάδα είχε πλέον αρχίσει να υπογράφει τυπικά τα χαρτιά επίσκεψης, όπως της είχε πει ο Μάρκος.
Ψυχολογία – Κοινωνιολογία: 0 -1

“Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ατόμων που έρχονται εδώ,” της εξηγούσε ο Μάρκος μία μέρα που τον πέτυχε στο κουζινάκι. “Κάποιους μας τους στέλνουν οι μπάτσοι, και καλά για υποστήριξη όσο είναι έξω.” Τα δάκτυλά του σχημάτισαν ‘αυτάκια’ γύρω από τη λέξη ‘υποστήριξη’. “Αρχίδια υποστήριξη. Μετά,” συνέχισε και τα δάκτυλά του κατέβηκαν και αγκάλιασαν απαλά την κούπα με το νες του, “είναι κάποιοι που έρχονται για τα συσσίτια του δήμου για τους ναρκομανείς. Θέλει να έχεις χαρτί από εμάς για να φας. Τρίτον,” τα δάκτυλά του χόρεψαν για λίγο στο τραπέζι, πριν επιστρέψουν στο λευκό κεραμικό, “είναι κάτι κακομοίρηδες που έρχονται περιμένοντας την αποτοξίνωση. Με αυτούς κάτι ίσως καταφέρεις μικρή, αν και τους έχεις φοβίσει έτσι που ορμάς σαν πιτμπουλ.”
Το βλέμμα της Σόφι σταμάτησε να ακολουθεί τα χέρια του και πήγε στο πρόσωπό του. “Πρόσεχε, δαγκώνω πέρα από το να ορμάω,” του είπε επιθετικά.
“Ναι, καλά,” της είπε εκείνος. “Θες καφέ; Τα στάρμπακς πέφτουν λίγο μακριά από εδώ.”
“Θα φτιάξω έναν μόνη μου,” είπε εκείνη και άρπαξε μία άδεια κούπα από το ράφι.
“Κουτάλι;” έκανε ο Μάρκος, προτείνοντάς του το δικό του.
“Ευχαριστώ,” έκανε η Σόφι και άρπαξε το κουτάλι μέσα από το χέρι του.
“Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα χέρι,” διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
Καλύτερα, σκέφτηκε η κοπέλα, τόσο ωραία χέρια δεν αξίζει να είναι κολλημένα σε ένα μαλάκα σαν εσένα.

Πάνω στο μήνα η Σόφι καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που έβαλε μέσο για να έρθει σε αυτή τη γαμωδουλειά. Στη γαμωδουλειά που ήθελε να βοηθήσει, αλλά που κανένας δεν ανταποκρινόταν στις προσπάθειές της. Εκτός ίσως από το Μάρκο που την έπαιζε μονότερμα για λογαριασμό της Κοινωνιολογίας.
Και ύστερα εκείνος της μίλησε.
Η μέρα εκείνη ήταν από τις πιο βαρετές που είχαν από τότε που ανέλαβε το νέο της πόστο. Ο προθάλαμος ήταν τόσο απελπιστικά άδειος που ο Μάρκος είχε αποφασίσει να την αφήσει μόνη όσο θα έπινε με ηρεμία τον καφέ του στο κουζινάκι. Η Σόφι από την άλλη καθόταν και σέρφαρε στο φέησμπουκ από το άι-φόουν της και, όταν είδε πρώτη μούρη τη φωτογραφία του Νίκου και της Μαρίας, ένιωσε εκείνη τη γνώριμη τσιμπιά στο στομάχι της. Έχει αδυνατίσει πολύ, σκέφτηκε κοιτάζοντας τη φωτογραφία, μάλλον θα τον έχει κάνει να κόψει το ποτό. Ψυχολόγος – Σκρόφα: 0 – 5.
Έκλεισε το κινητό της τσατισμένη και κόντεψε να πεταχτεί στο ταβάνι από την τρομάρα της – ούτε που είχε προσέξει τον λιγδιασμένο άντρα που καθόταν απέναντί της. Όταν διάβαζε, στον καιρό της πτυχιακής της, τα βιβλία εκείνα του Νίκου με τις υπερπολύπλοκες αρχαϊκές προτάσεις που μίλαγαν για τις αταβιστικές μορφές όσων υπηρετούσαν τρόμους από την άβυσσο της αιωνιότητας ήθελε να γελάσει, αλλά μόνο ως τέτοιον θα μπορούσε να περιγράψει τον ποντικομούρη άντρα που την έκαιγε με το έντονο βλέμμα του.
“Καλημέρα,” έκανε δειλά, “τι θα θέλατε;”. Το χέρι της είχε πάει αυτόματα στο κόκκινο κουμπί που καλούσε τον φύλακα του κτηρίου.
“Κχέρω τι χκέφτεχαι,” της είπε ο άντρας. Η ανάσα του βρωμούσε σα να είχε σαπίσει βραστό λάχανο στο στόμα του και που ορμούσε σαν ρυπαρός άνεμος ανάμεσα από τα σπασμένα δόντια του.
“Τι σκέφτομαι;” έκανε η κοπέλα, προσπαθώντας να κρύψει τον τρόμο της. Ήταν σίγουρη ότι δεν τα κατάφερνε.
“Χκέφτεχαι: τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο έτχι… Είναι η πρέδα;” Η διαλυμένη φλέβα στον πήχη του παλλόταν έντονα και μαζί της χόρευαν και οι απανωτές δαγκωματιές από τις σύριγγες.
“Δεν είναι;” έκανε αμήχανα η Σόφι.
“Ανοηχίεχ!” αναφώνησε ο άντρας. “Είναι ο Αφέντηχ που μαχ αλλάδει.”
“Ο Αφέντης;” έκανε η Σόφι, προσπαθώντας να μη γελάσει. Έχω πέσει σε βαρεμένο, αποφάσισε, και ξαφνικά μία ελπίδα έλαμψε στο κεφάλι της: Ίσως μπορώ να κάνω κάτι για αυτόν! “Πες μου περισσότερα για τον αφέντη αυτό…”
“Δει μαδί μαχ,” είπε ο άντρας, “έλα βράδυ πίχω από το Πολυτεχνείο και θα τον δειχ με τα μάτια χου.”
“Και πώς σας αλλάζει;” τον ρώτησε η κοπέλα.
“Είναι η λύτρωχη τχο αίμα του, Σόφι.” Η κοπέλα ανατρίχιασε στο άκουσμα του ονόματός της. Δεν ήταν μόνο που ο άντρας ήξερε το όνομά της, ήταν ότι, όπως το πρόφερε, ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει τη φωνή του Νίκου.

Μην είσαι ηλίθια, είναι απλά ένας τρελός. Αυτό έλεγε στον εαυτό της όλο το απόγευμα, καθώς γυρόφερνε το δωμάτιό της σα ζώο στο κλουβί. Είναι απλά ένας τρελός και όλα είναι μία ιδέα σου. Όμως η τελευταία λέξη του άντρα, πριν αυτός φύγει τρέχοντας από το κτήριο της Αυγής, επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά στο μυαλό της, το όνομά της με έναν τόνο τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα, το όνομά της όπως ακριβώς το έλεγε ο Νίκος όταν ήταν μαζί και τα πράγματα μεταξύ τους ήταν σχεδόν καλά.
“Ξεκόλλα!” γρύλισε, “ένας τρελός ήταν! Θα τρελαθείς και εσύ η ίδια στο τέλος.” Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν έντεκα. Προλάβαινε ακόμα το τελευταίο δρομολόγιο του 19 – είχε το τέρμα του ακριβώς δίπλα από το πολυτεχνείο και – “Κόφτο!” είπε στον εαυτό της και έκατσε μπροστά στο λάπτοπ της, προσπαθώντας να γράψει λίγο ακόμα από το άρθρο εκείνο που ετοίμαζε για την ψυχολογική κατάσταση των ναρκομανών του κέντρου.
Μετά από είκοσι λεπτά, στα οποία μία λέξη έγραφε και δύο έσβηνε, αποφάσισε ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πού πήγαινε το άρθρο της. Κοίταξε πάλι το ρολόι της και ήξερε ότι το τελευταίο τρόλεϊ είχε πια περάσει.

Τρεις μέρες. Τόσο της πήρε για να ενδώσει, αν και δεν ήταν σίγουρη ότι πράγματι έφταιγε αυτή . Η Μπέσυ ήταν που επέμενε να συναντηθούνε κέντρο μετά από τη δουλειά της και να τα πούνε.
“Tca xronia sta 3ena 8 xeis na m peis tsa pla,” της είχε γράψει η Μπέσυ στο SMS της, αλλά δεν είχε περάσει ούτε καν μισή ώρα πριν η Σόφι θυμηθεί γιατί είχε τρία χρόνια να μιλήσει με την κολλητή της από το λύκειο.
“Στο είχα πει ότι ο τύπος ήταν μαλάκας, το ήξερα τότε που τον είδα για πρώτη φορά,” είπε για εικοστή φορά η Μπέσυ και έπειτα συνέχισε να της αφηγείται πόσο υπεροχομοναδικός ήταν ο γκόμενος που είχε αυτό το φεγγάρι, σα να απολάμβανε που έτριβε αλάτι στις πληγές της φίλης της. Η Σόφι την έβλεπε να παίζει συνεχώς με το καλαμάκι του φραπουτσίνο της, και στο μυαλό της αντηχούσε, σαν κάλεσμα, η φωνή του ναρκομανή που τόσο έμοιαζε με του Νίκου.
“…και, λέμε, ήταν το πιο τέλειο πράγμα που μου έχουν πει! Ήμουν, οου μάι γκαντ, δε συμβαίνει αυτό λέμε! ”
“Πρέπει να φύγω,” τη διέκοψε η Σόφι, αφήνοντας στη μέση την ιστορία της “φίλης” της. Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου με προορισμό την αφετηρία του 19 πρόσεξε ότι είχε πια νυχτώσει. Και ήξερε ότι θα περνούσε ακριβώς δίπλα από το δρόμο που ο περιβόητος αφέντης του ποντικομούρη εμφανιζόταν.
Μην είσαι τρελή, σκέφτηκε, και όμως έστριψε κάθετα στη Ναβαρίνου.

“Το αρχέτυπο της λάθος στροφής που οδηγεί στο τέρας μας τρομάζει γιατί συμβολίζει το φόβο μας για τις συνέπειες των λάθος επιλογών μας.” Ήταν πολύ περήφανη που είχε γράψει κάτι τέτοιο στην πτυχιακή της, όμως, τρία βήματα μέσα στο δρόμο και ήξερε ότι τότε έγραφε μαλακίες: Η λάθος στροφή μας τρομάζει γιατί μας οδηγεί σε ένα μέρος όπως αυτό που βρισκόταν τώρα. Στο φως της ημέρας οι ζωντανοί-νεκροί των Εξαρχείων ήταν τρομαχτικό θέαμα. Εδώ, στο μισοσκόταδο, τους πρόδιδε μόνο η απαίσια μυρωδιά τους, η μυρωδιά ιδρώτα, κάτουρου και ανθρώπινης διάβρωσης. Οι διαλυμένες μορφές τους ίσα που αχνοφαίνονταν στο φως μιας λάμπας που τρεμόσβηνε. Αλλά δεν την τρόμαζε ούτε η μυρωδιά, ούτε οι σκιές που σάλευαν στο σκοτεινό δρόμο ούτε το θέαμα του άντρα (αν ήταν άντρας αυτό το πλάσμα) που κάρφωνε μία ένεση στο μπράτσο του.
Την τρόμαζε η γνώση ότι εδώ αυτή ήταν η ξένη, η τερατωδία. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι στους τυφλός ο μονόφθαλμος δε βασιλεύει, αλλά τυφλώνεται και αυτός ως τιμωρία. Τι κάνω εγώ εδώ; σκέφτηκε και γύρισε απότομα για να φύγει, το δρόμο όμως της τον έκοβε ένας μεγαλόσωμος άντρας.
Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ήταν κι αυτός ένας από τους ναρκομανείς, ήταν όμως ψηλός και γυμνασμένος με τράιμπαλ τατού να καλύπτουν τα μπράτσα του. Φαινόταν απόλυτα υγειής και, όπως τον είδε η Σόφι, ευχήθηκε ο Μάρκος να είχε απόλυτο δίκιο την πρώτη της μέρα στη δουλειά. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και ανακάλυψε ότι δύο άλλοι άντρες, ξερακιανοί και βρώμικοι σα λεπροί, της έφραζαν και από εκεί το δρόμο.
Η κοπέλα δεν μπορούσε να σκεφτεί το παραμικρό, οι σκέψεις της είχαν παγώσει στο κεφάλι της και, βαθιά μέσα της, θα ήθελε να παγώσει και όλο της το κορμί. Ο μυώδης άντρας άπλωσε το χέρι του για να αρπάξει την τσάντα της, όμως ένα βρώμικο χέρι τον άρπαξε και τον σταμάτησε.
“Τη θέλει ο Αφέντηχ…” του είπε ο ποντικομούρης και η έκφραση του μεγαλόσωμου άντρα έγινε μία μάσκα τρόμου.
“Έλα,” είπε στη Σόφι ο ποντικομούρης και την τράβηξε από το χέρι. Εκείνη, σαστισμένη από τα όσα είχαν γίνει, τον ακολούθησε βαθύτερα στο σκοτάδι του δρόμου, εκεί που η αποφορά του λευκού θανάτου έμοιαζε να αιωρείται από τις αρχές του χρόνου.
Όταν η κοπέλα άρχισε να αντιλαμβάνεται ξανά το περιβάλλον της, βρισκόταν μπροστά από έναν κάδο σκουπιδιών που καιγόταν, ενώ οι ζωντανοί-νεκροί σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο γύρω της.
“Πού είμαι;” έκανε εκείνη, όμως απάντηση δεν πήρε. Μονάχα ένιωσε τον αέρα να πάλλεται από πίσω της και γύρισε προς το φλεγόμενο κάδο. Και τότε αντίκρισε τον Αφέντη να βγαίνει μέσα από τις φλόγες.
“Θεέ και Κύριε,” αναφώνησε η Σόφι, όμως τίποτα το θεϊκό δεν υπήρχε στη μορφή που στεκόταν απέναντί της, στο πλάσμα με το εβένινο δέρμα και τα κέρατα του τράγου στο κεφάλι, που στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες αγέρωχος, δίχως να καίγεται.
“Γεια σου, Σόφι,” της είπε και αυτή τη φορά η κοπέλα ήξερε ότι είχε πει το όνομά της ακριβώς όπως το έλεγε και ο Νίκος, με το ίδιο απαλό συριγμό στο όμικρον, το ίδιο απαλό φ και το σύντομο γιώτα που το ακολουθούσε. “Ή μήπως προτιμάς να σε λέω Σοφία;” Αυτή τη φορά η φωνή του της θύμισε τη μητέρα της και τις φορές εκείνες που της διάβαζε παραμύθια. Τις καλές μέρες της, που πλέον είχαν στερέψει.
“Είσαι ο Αφέντης;” τον ρώτησε.
“Αν με αναγνωρίζεις ως τέτοιον,” είπε η κτηνώδης μορφή.
“Τι είσαι;”
“Ξέρεις καλά τι είμαι.”
Η Σόφι κατάπιε με θόρυβο τον κόμπο που είχε σχηματιστεί στο λαιμό της. “Δεν υπάρχεις!” είπε, αλλά ήξερε ότι έκανε λάθος.
“Τα παιδιά μου έχουν αντίθετη άποψη,” έκανε εκείνος και έδειξε το ημικύκλιο με τους ζωντανούς-νεκρούς.
“Εσύ τους κάνεις έτσι;” ρώτησε η ψυχολόγος.
“Όχι. Εγώ τους προσφέρω Λύτρωση. Αλλά το Αίμα μου φέρει μαζί του και ένα τίμημα.”
“Το αίμα σου;”
“Ναι,” έκανε ο Αφέντης και στο χέρι του εμφανίστηκε μία σύριγγα. “Το Αίμα μου είναι το φάρμακο που διώχνει τον πόνο μακριά. Το φάρμακο που χρειάζονται όλοι όσοι έρχονται σε εμένα για να σβήσουν οι φόβοι τους.” Η μύτη της βελόνας χώθηκε βαθιά στη φλέβα που πετάριζε πάνω στο στήθος του και αίμα γέμισε τη σύριγγα. “Το φάρμακο που χρειάζεται η μαμά σου.”
Ο πλαστικός σωλήνας γέμισε μέχρι τη μέση και έπειτα το πλάσμα τον τράβηξε από το κορμί του και τον έδωσε στα χέρια της κοπέλας, σα να είχαν δική τους νοημοσύνη, είχαν ορμήσει για να το δεχτούν. Ύστερα ο Αφέντης των Ζωντανών-Νεκρών άπλωσε το αριστερό του χέρι και με ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί έκοψε βαθιά τη φλέβα του. Αίμα πετάχτηκε από την πληγή και μια μιαρή δυσωδία γέμισε τον αέρα.
“Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο έστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών και ολίγων εκχυνόμενον εις άφεση εφιαλτών.” Και σαν απάντηση στο κάλεσμα του πλάσματος, η ορδή των ζωντανών-νεκρών όρμισε προς το μέρος του για να λάβει την ανόσια μετάληψη.

Η Σόφι ξύπνησε γυμνή στο κρεβάτι της. Τι όνειρο κι αυτό, σκέφτηκε και έκανε να σηκωθεί. Πάγωσε όμως όταν αντιλήφθηκε την απαίσια μυρωδιά που γέμιζε το δωμάτιο.
Τι είναι αυτό, αναρωτήθηκε και ακολούθησε τη μυρωδιά μέχρι τα ρούχα της, που ήταν σωρρωμένα όπως-όπως στο πάτωμα. Χωρίς να ανάψει το φως, φόρεσε τη ρόμπα της και ακολούθησε ξανά την όσφρησή της μέχρι τα ρυπαρά ρούχα. Εκεί, κρατώντας την ανάσα της, τα άρπαξε και έτρεξε μέχρι το μπάνιο για να τα ρίξει στα άπλυτα. Η μυρωδιά ήταν απαίσια, μυρωδιά ιδρώτα και κλούβιου αυγού, σα να είχε βγει από… από το στενό εκείνο των Εξαρχείων.
Μυρίζει σα θειάφι, συνειδητοποίησε και μία ανατριχίλα τη διαπέρασε. Έκανε να ξαναμπεί στο δωμάτιό της, αλλά ένας απροσδιόριστος φόβος κράτησε το χέρι της παγωμένο πάνω από το πόμολο. Κι αν δεν είναι μόνο τα ρούχα μου που μυρίζουν έτσι; είπε μία φωνούλα στο κεφάλι της.
Τότε πρόσεξε για πρώτη φορά τα βογγητά από το δίπλα δωμάτιο. Ή, καλύτερα, πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι αυτός ο τόσο γνώριμος ήχος αντηχούσε και απόψε στο σπίτι. Η μητέρα της είχε πάλι κάποιον από τους εφιάλτες της.

Η Σόφι είχε μείνει πολλά βράδια ξύπνια, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει τι προκαλούσε τους εφιάλτες της μητέρας της. Πρώτη φορά όμως το έκανε έξω από το δωμάτιό της, ακούγοντας τα βογγητά της από την άλλη πλευρά της ξύλινης πόρτας της. Τα βογγητά που άκουγε από εννέα χρόνων, όταν οι εφιάλτες άρχιζαν να τους επισκέπτονται κάθε νύχτα.
Άγχος, είπαν αρχικά οι γιατροί. Ή, ορμονική διαταραχή. Ή νευρολογικά αίτια. Ή φοβίες. Ή ότι άλλο μπορούσαν να σκεφτούν, αλλά οι εξετάσεις και οι συνεδρίες δεν κατάφεραν να βρουν το τι έφταιγε. Έτσι κατέληξαν στη λύση των υπνωτικών, μπουκώνοντάς την με αρκετά χάπια ώστε οι εφιάλτες της να μην μπορούν να την ξυπνήσουν και έτσι όλα μπήκαν σε τάξη.
Μόνο πως, κάθε φορά που η Σόφι συναντούσε στις σπουδές της κάτι σχετικό με διαταραχές ύπνου, έχανε τον ύπνο της προσπαθώντας να καταλάβει αν τα όσα διάβασε ταίριαζαν στα συμπτώματα της μητέρας της. Κάποτε είχε ρωτήσει και τη Ρόντα, την καθηγήτριά της που ειδικευόταν σε θέματα ύπνου για την περίπτωση της μητέρας της: την ενδιέφερε να κάνει και σχετική πρακτική, αλλά η καθηγήτριά της την είχε αποτρέψει.
“Άκου, γλύκα μου,” της είχε πει η Ρόντα με την χαρακτηριστική βόρεια Αγγλική προφορά της, “το μεγαλύτερο σφάλμα που μπορεί να κάνει ένας ψυχολόγος είναι να ασχοληθεί με κάτι τόσο κοντά στο σπίτι του. Κράτα απόσταση, αλλιώς θα τρελαθείς μόνη σου.” Καθώς όμως ο σπαραγμός από το δίπλα δωμάτιο συνέχιζε, μετάνιωνε που είχε ακούσει τη Ρόντα και ακολούθησε την κατεύθυνση της Κοινωνικής Στήριξής.
Η κοπέλα κοίταξε το ρολόι στον απέναντι τοίχο. Η ώρα ήταν δώδεκάμιση. Η μητέρα της ήταν στα μισά του δεκαπεντάωρου ύπνου της και ο πατέρας της σύντομα θα τρύπωνε αθόρυβα στο σπίτι, φορώντας το πανάκριβο κουστούμι του και το άρωμα της τωρινής “σοβαρής επαγγελματικής συνάντησής” του.
Καλύτερα να μη με βρει εδώ, σκέφτηκε και έκανε να επιστρέψει στο δωμάτιό της, αλλά η φωνή της μητέρας της την σταμάτησε. “Σοοοφίιιια”, αναστέναξε στον ύπνο της και η Σόφι ανατρίχιασε. Η φωνή της ήταν ίδια με τη φωνή που είχε βγάλει ο-
Το φάρμακο! Σκέφτηκε η κοπέλα και έτρεξε στο δωμάτιό της. Άναψε το φως και αμέσως το βλέμμα της έπεσε στο γραφείο της και στη σύριγγα με το κόκκινο υγρό που δέσποζε ανάμεσα στα χαρτιά της.

Κι αν πράγματι θεραπεύει τους φόβους;
Το Σαββατοκύριακο που είχε περάσει αυτή η ερώτηση γέμιζε το κεφάλι της. Όσο ήταν σπίτι το μάτι της έπεφτε συνεχώς στο συρτάρι που είχε κρύψει το μακάβριο αυτό αντικείμενο και αναγκαζόταν να τρέχει έξω και να μένει όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες μακριά του. Τα βράδια στριφογυρνούσε στο κρεβάτι της και δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την ένταση του ερωτήματος αυτού. Ήταν τόση η κούραση που, το πρωί της Δευτέρας, μόνο οι δύο εσπρέσο που είχε πιει την κρατούσαν όρθια.
“Είσαι καλά, μικρή;” τη ρώτησε ο Μάρκος και η Σόφι δεν μπορούσε να πει αν στη φωνή του υπήρχε ενδιαφέρον ή η ειρωνεία.
“Είμαι λίγο… κουρασμένη,” είπε.
“Καταλαβαίνω,” έκανε εκείνος. “Θες μήπως μετά τη δουλειά να πάμε για κανένα ποτό;”
“Εντάξει,” είπε εκείνη μηχανικά. Δεν ένιωθε καθόλου βέβαιη ότι το ήθελε.

“Ωραίο αυτό το μπαράκι.” Τα απέφευγε τα Εξάρχεια, είχε ακούσει μόνο τα χειρότερα, και τα όσα είχε δει στη δουλειά την απέτρεπαν. Όμως ο Μάρκος της έδειχνε μία άλλη όψη του κέντρου, την πλατεία με τις καφετέριες και τα μικρά μπαράκια με τη ροκ μουσική και τη ζεστή ατμόσφαιρα.
“Είναι το στέκι μου,” απάντησε εκείνος και ήπιε μία γουλιά από τη μπύρα του.
Η Σόφι δε μιλούσε πολύ. Έπαιζε μηχανικά με τη βότκα-λεμόνι της και προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα έπρεπε να μιλήσει στον άντρα για τα όσα έγιναν την Παρασκευή. Μην είσαι ανόητη, θα σε περάσει για τρελή.
“Ξέρω τι σε βασανίζει,” της είπε ο Μάρκος.
“Ξέρεις;” Έχει δει άραγε και αυτός τον Αφέντη;
“Όλοι μας έχουμε περάσει αυτό το στάδιο, ξέρεις. Η ματαιότητα της δουλειάς… μας φθείρει.”
Η Σόφι μόνο που δεν ξεφύσηξε από ανακούφιση. “Δε λες τίποτα,” του είπε.
“Ξέρεις, αρχικά τη θέση του ψυχολόγου την ανοίξαμε για εμάς, όχι για τους επισκέπτες μας. Αλλά μετά άλλαξε ο διευθυντής, κόπηκαν κάτι θέσεις και κατέληξες κι εσύ να κάνεις συμβουλευτική. Και τώρα τα έχεις παίξει χειρότερα από τους υπόλοιπους.”
“Υπερβάλλεις.”
“Καθόλου. Μας ήρθες μοντέλο και σήμερα μοιάζεις με πτώμα.”
Η κοπέλα δεν απάντησε. Ήπιε αμήχανα λίγο από το ποτό της, ζυγιάζοντας προσεχτικά το τελευταίο σχόλιο του άντρα.
“Καλά θα κάνεις να ξεδώσεις λίγο. Βγες με την παρέα σου, πήγαινε μία εκδρομή με τον… φίλο σου, δεν αξίζει να σε φάει η δουλειά.”
Γιατί η αμήχανη παύση; Με ψαρεύεις, Μάρκο;
“Με το φίλο μου χώρισα πριν εννιά μήνες,” του είπε. “Και οι πιο πολλές παρέες μου σκόρπισαν μετά το πανεπιστήμιο. Ελλάδα δεν ξέρω και πολλούς, λείπω τόσα χρόνια.”
“Εννιά μήνες, ε; Ήσασταν μαζί καιρό;”
“Τέσσερα χρόνια κοντά. Από τη δεύτερη μας εβδομάδα στο Εδιμβούργο”
“Και κλασσικά μετά τον έβριζες παρέα με τις φίλες σου;”
Η κοπέλα σκέφτηκε αμέσως τη Μαίρη. “Ήταν απασχολημένες εκείνο το διάστημα,” είπε. “Αλλά…” είπε και έπαιξε νευρικά με μία τούφα από τα μαλλιά της, “ξέρεις… ίσως πρέπει να κάνω μία… νέα αρχή εδώ…”
“Αν όταν λες νέα αρχή εννοείς το να σώσεις μερικά πρεζόνια από τον εαυτό τους, αυτό θα είναι μία μάταιη προσπάθεια.”
“Γιατί το λες αυτό;”
“Ξέρεις πόσα άτομα έχω ‘σώσει’ τρία χρόνια τώρα; Μοναχά ένα.”
“Αλήθεια;”
“Ναι. Πρόπερσυ μου είχε έρθει μία κοπέλα. Δεν έμοιαζε με ζάκι, ίσως επειδή ήταν στις αρχές ακόμα, ίσως επειδή ήταν πολύ γάμησέ τα γενικότερα.”
“Τι είχε;”
“Δαιμονισμό. Ναι, μη γουρλώνεις έτσι τα μάτια, μικρή, αυτό μου είπε. Ο Δαίμονας την είχε ρίξει στα ναρκωτικά.”
Η Σόφι κρεμόταν από τα χείλη του. Τελικά υπάρχει, σκέφτηκε. “Για λέγε,” του είπε ανυπόμονα.
“Τι να πω. Η καημένη είχε μεγαλώσει με ένα μάτσο χριστιανοταλιμπάν. Της είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου άλλο πράγμα, ότι αν κάνει σεξ πριν το γάμο στην κόλαση θα τη γαμάνε με πυρωμένα ματζαφλάρια. Και ύστερα ήρθε φοιτήτρια στην Αθήνα και κάποιος ήρωας αραβωνιάρης την έριξε στο κρεβάτι και μετά έγινε Λούης. Μάλλον είδε ότι αυτό που λένε για τις καταπιεσμένες χριστιανοπούλες είναι τελικά αστικός μύθος.”
“Και ο Δαίμονας;”
“Ο δαίμονας μπήκε μέσα της εκείνο το βράδυ. Έτσι μου είπε. Και μετά της ερχόταν, κάθε φορά με τη μορφή διαφορετικού άντρα, και την διαπερνούσε με το τεράστιο, ζωώδες πέος του. Μόνο με την πρέζα, μου είπε, δεν άκουγε τη φωνή του, αλλά και αυτή ήθελε να την κόψει γιατί ο προμηθευτής της ζητούσε αμαρτωλά ανταλλάγματα.”
“Και τι έγινε με αυτή;” ρώτησε ανήσυχα η Σόφι.
“Τη στείλαμε σε έναν καλό ψυχιάτρο. Είχε έρθει πριν κανα τρίμηνο από τα γραφεία μας και είχε κάπως συνέλθει.”
“Θλιβερή κατάσταση,” έκανε η Σόφι, προσπαθώντας να καταλάβει μήπως ο Αφέντης και ο Δαίμονας της κοπέλας συνδέονταν κάπως.
“Μαλακίες,” έκανε ο Μάρκος. “Χτίζουμε γύρω από τις επιθυμίες μας τείχη και μετά δεν αντέχουμε, σπάμε και μας παίρνει ο διάολος.”
“Ναι,” έκανε η κοπέλα. Κάτι παρόμοιο είχε γράψει για τους Δαίμονες στην πτυχιακή της.
“Τουλάχιστον η δικιά μας έφαγε σε ένα πεντάμηνο όσο πούτσο δεν είχε φάει σε όλη την προηγούμενη ζωή της…”
Η Σόφι ούτε που είχε ιδέα γιατί αντέδρασε όπως αντέδρασε. “Γιατί είσαι τόσο μαλάκας ώρες ώρες;” ρώτησε.
Ο Μάρκος κόντεψε να γελάσει με το σχόλιό της. “Το ίδιο με ρωτάει συνέχεια και η κοπέλα μου,” της είπε, “αλλά για να είναι τρία χρόνια μαζί μου, ε μάλλον της αρέσει…”

Πάλι καλά που δεν είπα τίποτα σε αυτόν τον ηλίθιο.
Το βλέμμα της πήγαινε μία στη σύριγγα και μία στο άδειο μπουκαλάκι. Ήξερε ότι ήταν χαζό αυτό που είχε κάνει, αλλά έπρεπε να δοκιμάσει αν θα δούλευε. Αλλά η σταγόνα από τον αγιασμό δεν είχε κάνει το αίμα να αφρίσει. Ή να μαυρίσει. Ή να εξαφανιστεί. Απλά έκανε ένα πλοπ και αυτό ήταν όλο.
Ανοησίες, αποφάσισε και πέταξε τη σύριγγα στα σκουπίδια.
Και αν ήταν πράγματι το αίμα του Δαίμονα και το κατέστρεψα; σκέφτηκε αμέσως και μόλις που συγκρατήθηκε πριν τρέξει στον κάδο και μπήξει τη σύριγγα σε κάποια φλέβα της. Αντίθετα, όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε, πήρε και έκλεισε τη σακούλα με τα σκουπίδια, κατέβηκε στο δρόμο και την έριξε σε έναν κάδο τρία τετράγωνα πιο πέρα. Ύστερα πήγε στο μπάνιο του σπιτιού τους, άνοιξε ένα από τα μπουκαλάκια με τα ηρεμιστικά της μητέρας της, αυτά που ήταν πλέον πολύ αδύναμα για να την πιάνουν, και πήρε ένα χάπι.

Ήταν βέβαιη ότι κοιμόταν, αλλά ήξερε ότι βρισκόταν στα σκοτεινά δρομάκια των Εξαρχείων. Στο σκοτάδι ανάμεσα στις νησίδες φωτός που δημιουργούσαν οι λάμπες παραμόνευαν οι παρωδίες ανθρώπων που αργοπέθαιναν ανάμεσα στα λευκά όνειρά τους. Και βαθιά μέσα στο σκοτάδι, εκεί που ούτε τα φώτα της Αθήνας δεν έφταναν, στεκόταν στο θρόνο του ο Άρχοντάς τους.
“Πλησιάσε,” ψιθύρισε στην κοπέλα και το σώμα της υπάκουσε, σα να είχε από μόνο του βούληση. Και όταν στάθηκε μπροστά στο θρόνο η βελούδινη κουρτίνα του σκοταδιού τραβήχτηκε από τα μάτια της και αντίκρισε το Ον σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Τον είδε να σηκώνεται στα δύο τραγίσια πόδια του και να την πλησιάζει. Προσπάθησε να αντισταθεί στην παρόρμησή της να υποκλιθεί εμπρός του, αλλά δεν τα κατάφερε και έτσι βρέθηκε στα γόνατα να κοιτάζει το δυσανάλογα διογκωμένο πέος του Πλάσματος που, σαν κόμπρα, χόρευε εμπρός της και την υπνώτιζε.
Η κοπέλα με κόπο τράβηξε το βλέμμα της από τη δαιμονική βάλανο για να αντικρίσει το σαρδόνιο βλέμμα του Αφέντη να την προτρέπει να προσκυνήσει όπως αρμόζει την ανιερώτητά του. Με δυσκολία κατέπνιξε την ανάγκη της να φιλήσει με δέος το φαρδύ κεφάλι του φιδιού που ορθωνόταν εμπρός στο πρόσωπό της.
“Ου μη πιστεύσεις εάν μη ίδης εις τας φλέβας εσού τον τύπον των ήλων.” Η σύριγγα που βρέθηκε από το πουθενά στο χέρι του Όντος κατέβηκε χαμηλά μέχρι που η βελόνα της φίλησε τη μεγάλη φλέβα που παλλόταν στο κέντρο του φαλλού του. Η Σόφι ανατρίχιασε μόλις είδε τη βελόνα να σκίζει το δέρμα και το δαιμονικό υγρό να ξεχύνεται μέσα στον πλαστικό σωλήνα. Τα χέρια της όμως τινάχτηκαν εμπρός για να δεχτούν το Αίμα Του, τη γιατρειά από κάθε πόνο.

Ξύπνησε έντρομη. Το ρολόι δίπλα της την πληροφορούσε ότι δεν είχαν περάσει ούτε είκοσι λεπτά από την ώρα που έπεσε στο κρεβάτι.
Θα έπρεπε να κοιμάμαι μέχρι αύριο, σκέφτηκε, ένιωθε όμως ανακούφιση που όλα όσα είχε δει ήταν ένας εφιάλτης.
Και ύστερα πρόσεξε τη σύριγγα που ήταν βαθιά καρφωμένη στο μπράτσο της.

Ούτε που κατάλαβε για πότε ντύθηκε και ξεχύθηκε στο δρόμο. Θυμόταν το στραβό βλέμμα του ταρίφα, όταν του είπε ότι ήθελε να την πάει Εξάρχεια.
Σίγουρα θα με πέρασε για πρεζόνι στα χάλια που είμαι, συνειδητοποίησε όταν πια οι σκέψεις της καταλάγιασαν. Είχε φτάσει στο κτήριο του Πολυτεχνείου, τα βήματά που την είχαν φέρει εδώ ήταν μηχανικά, ακούσια, ήταν θαρρείς οδηγημένη ως εδώ από το αίμα που κυλούσε μέσα της, όμως τώρα είχε ανακτήσει τον έλεγχο του εαυτού της. Μια φωνούλα μέσα της – ή λογική; – την καλούσε να φύγει μακριά από εκεί, να πάει τρέχοντας στον Μάρκο για να τη σώσει και αυτή από το Δαίμονα.
Ο Μάρκος διάλεξε τη Μαρία του. Όπως και ο Νίκος. Όπως ο μπαμπάς, που διάλεξε τις… επαγγελματικές συναντήσεις του. Κι εγώ διάλεξα…
Δεν ήξερε τι διάλεξε. Ήξερε όμως ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει το Δαίμονά της. Περπάτησε αγέρωχα ανάμεσα στους ζωντανούς-νεκρούς και αυτή τη φορά κανένας δεν τόλμησε να την ενοχλήσει. Αγέροχα σα Γαλλίδα αριστοκράτισσα μπροστά στη Γκιλοτίνα. Άραγε τι αρχέτυπο θα ήταν ο μελλοθάνατος αν τον έβαζα στην πτυχιακή μου;
Στο όνειρό της υπήρχε ένας σκοτεινός θρόνος. Όχι όμως στην πραγματικότητα. Εδώ ο Δαίμονάς της ήταν κουλουριασμένος με μία κουβέρτα που έζεχνε θειάφι και αργό θάνατο.
“Ήρθες,” της είπε όταν αυτή στάθηκε εμπρός στην γονατιστή μορφή του.
“Έπρεπε,” απάντησε.
“Πιστεύεις;”
“Έχει σημασία; Το Αίμα σου είναι μέσα μου, αλλά πονάω ακόμα.”
“Αν πίστευες δε θα πονούσες.” Η φωνή ήταν αυτή τη φορά μαλακή, σα νανούρισμα. Ερχόταν από πίσω της, από τον αριστερό της ώμο. Πρόσεξε ότι η μορφή που είχε εμπρός της δεν ήταν ο Άρχοντας, αλλά ένας από τους ζωντανούς-νεκρούς του. Ο Δαίμονας στεκόταν πίσω της, την άγγιζε, το πριαπικό του πέος ορθωνόταν ανάμεσα στα μπούτια της και έκανε το στομάχι της να παγώσει από τον τρόμο, ενώ μια υγρή φλόγα είχε ανάψει ανάμεσα στα πόδια της.
“Αυτοί με πιστεύουν,” συνέχισε η μελιστάλαχτη φωνή και η Σόφι πρόσεξε για πρώτη φορά πόσο νηφάλιοι και γαλήνιοι ήταν οι θεατές αυτής της παράστασης, οι μύστες του αργού θάνατου που είχαν σχηματίσει ένα ημικύκλιο, σα να ήταν θεατές στην μικρή της τραγωδία. “Και εσύ μπορείς να τους σώσεις.”
“Μπορώ να τους σώσω,” επανέλαβε η Σόφι. Εγώ. Όχι το μικρό αγοράκι που κάνει τον άντρα επειδή φοβάται να θυσιάσει τον εαυτό του για το λειτούργημά του. Ούτε ο αλκοολικός ψευτοδιανοούμενος του κώλου που διαβάζει για τέρατα επειδή φοβάται να δει αυτό που κρύβεται στον καθρέφτη του. Ούτε τα φίδια που είχα στον κόρφο μου, που ζήλευαν την ευτυχία μου. Μονάχα εγώ μπορώ να τους σώσω.
“Ακριβώς,” της είπε ο Αφέντης, ενώ το νύχι του χάιδευε ηδονικά το μάγουλό της και κατέβηκε πρώτα στο λαιμό της και έπειτα τσίμπησε σαν κουνούπι την αριστερή της ρόγα. Η Σόφι ένιωσε ένα βίαιο κύμα να κατακλύζει το είναι της, καθώς άγγιζε την αποθέωση.
Μονάχα εγώ μπορώ να την ξυπνήσω, όχι κάποιος πρίγκιπας με λευκή ρόμπα και έναν τοίχο γεμάτο ντοκτορά. Η συνειδητοποίηση αυτή ήρθε μέσα της σαν κύμα, της έκοψε την ανάσα, ανατινάχτηκε οργασμικά μέσα της, πρώτα στο μυαλό της και ύστερα σε κάθε νεύρο του κορμιού της.
Γονάτισε και άδραξε ένα άδειο μπουκάλι άμστελ που κειτόταν στα πόδια της. Με αποφασιστικότητα το έσπασε στο βρώμικο τσιμέντο και σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε τους θεατές και, δίχως να περιμένει απάντηση από το χορό των νεκρών, έφερε το σπασμένο γυαλί στον πήχη της, σκίζοντας βαθιά την αρτηρία της. Το αίμα της ξεχύθηκε κόκκινο, κόκκινο σαν την κόλαση που έβραζε μέσα της, το αίμα της που είχε μετουσιωθεί στο Αίμα Του.
Και οι ζωντανοί-νεκροί σηκώθηκαν σαν ένας και, πεσμένοι στα τέσσερα, όρμησαν για να λάβουν την σκοτεινή τους Μετάληψη από την καινούρια τους Ιέρεια.

 


Η εικόνα είναι από εδώ

Post Author: Mihalis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *