Post Apocalypse London

Γκρίζος ατέλειωτος Χειμώνας

Ο κόσμος δεν τελείωσε με ένα μπαμ. Μετά την πυρηνική ομοβροντία, στάχτη, κουρνιαχτός και κονιορτοποιημένη σάρκα σηκώθηκαν σε ένα πυκνό, μαύρο σύννεφο και αγκάλιασαν τη γη. Οι ελάχιστες ακτίνες του ήλιου που περνούσαν ίσα που φώτιζαν τα αποκαΐδια του πολιτισμού, καθώς ραδιενεργές νιφάδες θανάτου επέστρεφαν στην επιφάνεια του πλανήτη.

Δεν είχε χαθεί όμως όλη η ζωή. Βαθιά κάτω από το έδαφος, στα ειδικά καταφύγια, η ανθρωπότητα επιβίωνε σε αυτό το σκληρό νέο κόσμο. Η ανθρώπινη ημιζωή συνεχιζόταν, καθώς κατασκευαστικές αστοχίες και η φθορά των μηχανημάτων σταθερά έσβηνε έναν-έναν τους θύλακες ζωής.

 

Στο καταφύγιο Μ6755 ο Τζέρεμυ τράβηξε το πιο κοντό ξυλαράκι. Ήταν ο εκλεκτός. Ο ήρωας που, τώρα που οι καλλιέργειες μυκήτων δεν επαρκούσαν για να θρέψουν όλο τον πληθυσμό, όφειλε να βγει έξω σε αναζήτηση εφοδίων.

Ο Τζέρεμυ σήκωσε το βλέμμα από το ξύλο για να αντικρίσει τη μητέρα του. Το πρόσωπό της ήταν στεγνό, ανέκφραστο. Ήξερε ότι ο γιος της έπρεπε να κάνει το ταξίδι, αν ήθελε να επιβιώσει η ίδια και τα άλλα της παιδιά.

Ο άντρας του οποίου τα μάτια είχε -μάλλον πατέρας του – κοιτούσε αδιάφορα την τελετή εξοπλισμού του, φαγητό μίας εβδομάδας και βαρύς ρουχισμός για το κρύο. Ήταν ακόμα ένας εκλεκτός σε αναζήτηση για νέους πόρους, μία καθιερωμένη τελετή για την Κοινότητα.

Ο γέρο Τομ, ο φύλακας της εξόδου του καταφυγίου, τον κατευόδωσε με την ευχή του. “Στο καλό, γιε μου,” του είπε και απίθωσε το χέρι του στον ώμο του. Ύστερα, άνοιξε τη βαριά, μολυβένια πόρτα και του έδειξε το σκοτεινό διάδρομο που οδηγούσε στον έξω κόσμο.

Ο Τζέρεμυ προχώρησε μόνος του το χιλιόμετρο που τον χώριζε από την επιφάνεια. Με κάθε βήμα του άλλο ένα από τα ψέματα της τελετής ξετυλιγόταν από πάνω του, σαν γάζα που έπεφτε από κακοφορμισμένη πληγή. Ήταν έξυπνο παιδί, όλοι του το έλεγαν αυτό. Ποτέ κανένας εκλεκτός δεν είχε επιστρέψει. Ο έξω κόσμος δεν είχε θεραπευτεί, ακόμα και εδώ το ψύχος ήταν δριμύ, διαπερνούσε τα πολυμερή της στολής του, τρύπωνε μέχρι τα οστά του. Οι μόνοι πόροι που θα εξασφάλιζε για την Κοινότητά ήταν αυτοί που θα σταματούσε να καταναλώνει φεύγοντας, αυτό το ήξερε καλά.

 

Το σκοτάδι της επιφάνειας ήταν πιο βαθύ από ότι στο ζοφερό καταφύγιο. Σκληρός μαύρος πάγος κάλυπτε το έδαφος μέχρι πέρα, χανόταν στον μελανό ορίζοντα της ημέρας. Σύννεφα πιο σκληρά και από τσιμέντο άφηναν το αδύναμο φως του ήλιου να παρεισφρύει στο νεκροταφείο της ανθρωπότητας.

Και το κρύο… το κρύο ήταν αμείλικτο. Διαπερνούσε τον Τζέρεμυ σα χιλιάδες μαχαίρια, έσκιζε τη μόνωση της στολής του σαν άγριο θηρίο και τον έκαιγε μέχρι το μεδούλι. Αλλά το ψύχος δεν είχε πια καμία σημασία.

Τίποτα δεν είχε σημασία.

Ούτε η μητέρα του, ούτε τα αδέρφια του, ούτε η κοινότητα που έβλεπε τον Εκλεκτό να φεύγει. Μόνος στο σκοτάδι, έκανε αυτό που έπνιγε μέσα του από την πρώτη κιόλας στιγμή που τράβηξε το ξυλαράκι. Έβγαλε την κουκούλα του και άφησε ένα μόνο δάκρυ να κυλήσει, να κάψει το πρόσωπό του πριν πέσει στο έδαφος. Και, όταν έφτασε εκεί, ήταν ήδη ένας κρύσταλλος πάγου.

Post Author: Mihalis

Σχολιάστε ελεύθερα