Death Knight

Ο μύθος του Έχθιστου

Αυτό κάτι μου θυμίζει,” μουρμούρισε ο Ιερομάχος. “Νομίζω στο ναό μας είχαν διδάξει μία προσευχή για την πύρινη σπάθη που ο Επιδεσθός χάρισε στο Τάγμα. Εκεί έλεγε κάτι για έναν πρώτο δολοφόνο.”

Άκου να μαθαίνεις, ξένε,” διέκοψε το συλλογισμό του ο Εχεχθόνιος, “αυτός για τον οποίο σου λέμε είναι κάποιος που ακόμα και το όνομά του φοβόμαστε να το προφέρουμε. Όχι, πιθανότατα δεν ήταν ο πρώτος δολοφόνος, λένε όμως ότι ήταν ο πρώτος που κατέβηκε στο Έρεβος. Στα παλιά τα χρόνια, όταν ακόμα στην επιφάνεια υπήρχαν τα βασίλεια της Πρώτης Αυγής ζούσε ένας ληστής που όλοι έτρεμαν. Όχι, ούτε ο πόλεμος, ούτε η κλεψιά ούτε ο φόνος ήταν άγνωστα τότε, από βασιλιάδες μέχρι και ταπεινοί σκλάβοι, όλοι τους έφεραν αμαρτήματα. Ο ληστής εκείνος όμως δεν αμάρταινε επειδή φθονούσε τους άλλους ή επειδή ήθελε εξουσία ή πλούτη. Όχι, το έκανε επειδή βαθιά μέσα στην καρδιά του κάτι σκοτεινό ζούσε και ανάπνεε, κλέβοντας στάλα στάλα τον αέρα και τη ζωή από τα πάντα γύρω του.”

Ο Ιερομάχος και η Οψιμάνθη είχαν σταματήσει και κοιτούσαν τον Εχεχθόνιο να έχει αλλάξει τη στάση του, να στέκεται πια περήφανος, σα ραψωδός μπροστά σε κοινό, και να απαγγέλει το θρύλο που τους έλεγε αυτή τη στιγμή.

Ήταν ένα σκοτάδι βαθύ και άραχλο, που δε το διαπερνούσε ούτε μία ακτίνα από φως. Για χρόνια και άλλα χρόνια αυτός και τα ανθρώπινα θηρία που τον συνόδευαν έσφαζαν, έκλεβαν, λεηλατούσαν περιουσίες και κορμία.

Ήταν τότε που οι θεοί αποφάσισαν να επέμβουν, όσο κι αν έλεγαν πως θα άφηναν την ανθρωπότητα ήσυχη, χωρίς να παρεμβαίνουν στα όσα έκαναν. Και ήταν ο πρώτος γιος του Πανδάμαντα, ο Επιδεσθός που προσβλήθηκε περισσότερο από την κτηνωδία που έτρεφε μέσα στην καρδιά του ο πιο μισητός από τους ανθρώπους, αυτός που οι σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν Έχθιστο, τον μεγαλύτερο εχθρό για την ανθρωπότητα.

Ο Επιδεσθός λοιπόν, ο πρωτότοκος του Πανδάμαντα και της Τερπήνειας, αυτός που παίρνει κάθε πρωί τη μάσκα του ήλιου και εποπτεύει την γη και τους ανθρώπους, ήταν τόσο οργισμένος με τα εγκλήματα του Έχθιστου που δε δίστασε να κατέβει ανάμεσα στους ανθρώπους με το σώμα ενός ζητιάνου. Για μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια περιφερόταν ανάμεσα στους ανθρώπους ψάχνοντας να βρει κάποιον υπέρμαχο, γιατί από τοτε στους θεούς απαγορευόταν να αφαιρέσουν ζωές με το ίδιο τους το χέρι, αλλά μάταια. Γιατί όσο φριχτό ήταν το μίσος του Έχθιστου που ακόμα και οι καρδιές των ανθρώπων που ζούσαν ακόμα και στην ίδια πόλη με αυτόν πάγωναν απλά και μόνο επειδή ήταν κοντά στη δικιά του σκοτεινή καρδιά.

Και ο Ιππότης Ήλιος των θεών περπατούσε και περπατούσε και περπατούσε, αλλά-”

Δεν μπόρεσε να βρει ούτέ έναν θνητό με αρκετά φωτεινή καρδιά για να τα βάλει με το σκοτάδι που ο Έχθιστος κουβαλούσε…” μουρμούρισε ο Ιερομάχος, σα να θυμόταν και αυτός τον θρύλο. Οι δύο συνομιλητές του τον κοίταζαν παραξενεμένοι, αλλά εκείνος δεν συνέχισε, παρέμενε να κοιτάζει σα χαμένος τα πόδια του και ο Εχεχθόνιος καθάρισε δραματικά το λαιμό του και συνέχισε τηναφήγησή του.

Γιατί κανένας άντρας και καμία γυναίκα δεν τολμούσαν να εναντιωθούν στον τρομαχτικότερο των ανθρώπων. Μέχρι που έφτασε σε μία φυτεία καλαμποκιού. Οι καλλιεργητές, ιδιοκτήτες και σκλάβοι ήσαν άνθρωποι φτωχοί και κακοθρεμμένοι, δε τσιγκουνεύτηκαν όμως το λιγοστό φαί τους και φίλεψαν τον ξένο που είχε έρθει στην εστία τους. Και το βράδυ έστρωσαν ένα από τα δωμάτια των αφεντών να κοιμηθεί και του έδωσαν την πιο όμορφη παλακίδα του γαιοκτήμονα για να ζεστάνει το κρεβάτι του σαν όφειλαν από τους νόμους της φιλοξενίας. Μα εκείνος μόλις γεύτηκε λίγο από το φαγητό και ίσα που ξάπλωσε στον κρεβάτι και την πανώρια σκλάβα μήτε που την άγγιξε. Μοναχά, κουρασμένος από την αναζήτηση του και απογοητευμένος από την αναξιότητα των ανθρώπων έβαλε τα κλάματα σαν παιδί.

Γιατί κλαίς αφέντη, ρώτησε η παλλακίδα, αλλά ο Επιδεσθός, ντυμένος με τη σάρκα του οδοιπόρου, της αφηγήθηκε πως οι θεοί του έδωσαν μία αποστολή, να βρει κάποιον άντρα ηρωικό για να απαλλάξει τη γης από ένα θεριό τρομαχτικό σε σάρκα ανθρώπου.

Για αυτό κλαις αφέντη, τον ρώτησε η γυναίκα. Μπορώ να σου βρω έναν που η καρδιά του είναι πιο λαμπρη και από τον ήλιο και είναι νιος γεροδεμένος και προκομμένος και θαρρετός. Μόνο πως ο κακόμοιρος δε γεννήθηκε νοικοκύρης και κάθε μέρα παλεύει στα κτήματα για λιγοστό ψωμί.

Και ο Επιδεσθός δέχτηκε το άλλο πρωί η παλλακίδα να τον πάει στο νεαρό και αυτή τον πήγε αχάραγα ακόμα στο χωράφι που ο νεαρός μοχθούσε. Και ο θεός τον είδε και εντυπωσιάστηκε με την καμωσιά και τη ρώμη του και στάθηκε ψηλός μπροστά του.

Νεαρέ, του είπε, μου είπαν ότι είσαι άντρας θαρρετός και δεν φοβάσαι τα θεριά.

Έτσι είναι αφέντη, του είπε ο νεαρός.

Ούτε το πιο ακατανόμαστο από τα θεριά φοβάσαι, τον κλέφτη Έχθιστο; τον ρώτησε ο θεός, αλλά ο νεαρός δε δείλιασε. Άνθρωπος με σάρκα είναι και αιμορραγεί, τι να τον φοβηθώ;

Και τότε ο Επιδεσθός στάθηκε μπροστά του με όλη του τη λάμψη και ο νεαρός έπεσε στα γόνατα. Τότε στο Όνομά μου και στη Λάμψη που ζεσταίνει τη μητέρα μου και όσους κατοικείτε πάνω της, σε ορίζω υπέρμαχό μου και σε ξορκίζω να πας να πολεμίσεις τον Έχθιστο.

Αλήμονο αφέντη, έκανε ο νεαρός, εγώ ούτε σπαθί έχω ούτε τις τέχνες του πολέμου κατέχω. Αν ήμουν πολεμιστής θα πήγαινα και θα έκοβα το κεφάλι από το κτήνος που μολύνει το σώμα της Τερπήνειας με τα βηματά του, αλλά είμαι ένας ταπεινός αγρότης.

Όχι πια, είπε ο Επιδεσθός και άδραξε μία από τις ηλιακτίδες του χαράματος και στο χέρι του έγινε σπαθί χρυσό και κόκκινο και το έδωσε στο χέρι του νεαρού. Και ύστερα φύσηξε πάνω του και η πρωινή πάχνη κάλυψε το κορμι του νεαρού και έγινε αρματωσιά που τον έζωσε. Και ο νεαρός, από δέος δάκρυσε και ο θεός ακούμπησε τα δάκρυά του και τα έκανε πολύτιμο κεχριμπάρι και του τα έδωσε.

Σου έδωσα και αρματωσιά και θησαυρό για να πληρώσεις τους καλύτερους δασκάλους να σε μάθουν όλες τις τέχνες του πολέμου, υπέρμαχέ μου.

Και έτσι ο θαραλλέος νεαρός ξεκίνησε να κάνει το καθήκον που του ανέθεσε ο Επιδεσθός. Και βρήκε δασκάλους που χρυσοπλήρωσε για να τον μάθουν το σπαθί και πολέμησε σε πολέμους και έσφαξε φριχτά θεριά και έσωσε πριγκίπισσες και χωριατοπούλες και με κάθε του μάχη και θριάμβο ο μύθος του όλο και μεγάλωνε και οι ανθρώποι τώρα πια δεν ψιθύριζαν με φόβο για τον Έχθιστο, αλλά η ελπίδα είχε αρχίσει να φωλιάζει στις καρδιές τους, ότι ο θαρραλέος Ιερομάχος θα ερχόταν με το χρυσό και κόκκινο σπαθί του και την ασημιά αρματωσιά του για να τους απαλλάξει από τον Έχθιστο και τους τρόμους του.

Τους ψίθυρους αυτούς τους άκουσε και ο Έχθιστος και η οργή του ήταν πιο μαύρη και από το κατράμι και ευθύς ορκίστηκε ότι θα έβρισκε αυτόν τον νεαρό και θα τον φόνευε με τα ίδια του τα χέρια.

Έτσι λοιπόν έβαλε τη συμμορία του να τριγυρνά σα λυσασμένα σκυλιά και να σφάζουν και να λεηλατούν και να κατακαίνε χωριά και να μυνήουν σε όποιον επιζούσε πως όλες αυτές τις κτηνωδίες θα τις συνέχιζαν μέχρι ο νεαρός Ιερομάχος εμφανιζόταν μπροστά στον αφέντη τους και τον πολεμούσε σε μονομαχία.

Και ο Ιερομάχος άκουσε τις κραυγές απόγνωσης και τους οδυρμούς των αδικημένων και, παρόλο που ήξερε ότι ακόμα δεν ήταν έτοιμος, πήγε στο Γυμνό Όρος που είχε το αρχηγείο του ο Έχθιστος και παρουσιάστηκε μπροστά του.

Και ο Έχθιστος, άντρας ψημένος στις μάχες, με αρματωσιά κατάμαυρη από τα ξεραμένα αίματα των θυμάτων του γέλασε όταν είδε τον ασημοφορεμένο αντίπαλό του και την ξάστερη θωρια του και τον ρώτησε αν αυτός ήταν ο υπέρμαχος που θα τον σκότωνε.

Θα προσπαθήσω, του απάντησε ταπεινά ο νεαρός και η απάντησή του αυτή εντυπωσιάσε ακόμα και τους μαχαιροβγάλτες του Έχθιστου με την ειληκρίνιά της. Μόνο ο Έχθιστος δεν εντυπωσιάστηκε, μοναχά στο πρόσωπο του νεαρού είδε όλα αυτά που δεν ήταν και τον μίσησε περισσότερο από κάθε τι στην πλάση. Και δίχως λέξη τράβηξε το σπαθί του από το θηκάρι του και του όρμησε. Αλλά και ο νεαρός δεν ήταν άμαθος στον πόλεμο και τράβηξε και αυτός το σπαθί του και οι δύο λεπίδες άρχισαν έναν φονικό χορό που κράτησε τρία μερόνυχτα. Γιατί και οι δύο άντρες ήταν δεινοί ξιφομάχοι και χτυπούσαν, απέφευγαν, απέκρουαν και κάθε που οι θεατές έλεγαν ότι θα αποκάμουν από την κούραση, μία νέα μανία τους έπιανε και τους στύλωνε στα πόδια τους. Γιατί ο Έχθιστος έβραζε από μίσος για την αγνότητα του Ιερομάχου και ο Ιερόμαχος καιγόταν από την αδικία που ο Έχθιστος είχε φέρει στην πλάση.

Και πολεμούσαν και πολεμούσαν και πολεμούσαν ώσπου ο Έχθιστος σκόνταψε και έπεσε. Και ενώ περίμενε ότι ο αντίπαλός του θα τον αποτέλειωνε, αυτός ευγενής τον άφησε να σηκωθεί. Και ήταν η ευγένιά του που έκανε τους ληστές να θαμπωθούν από το θάρρος του και να μισήσουν ακόμα και αυτοί τον φριχτό τους αφέντη. Και ο Έχθιστος πεσμενος κατάχαμα είχε φρένιασει, γιατί θε΄ψρησε μεγάλη προσβολή που ο αντίπαλός του του φέρθηκε σα να ήταν αβοήθητος σακάτης και δεν τον αποτέλειωσε όσο μπορούσε, και φρένιασε που οι άντρες του δεν τον κοιτάγαν πια με θαυμασμό αλλά με απέχθεια και το μυαλό του σκοτείνιασε και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλη του τη πονηριά.

Προσποιήθηκε τάχα ότι δεν αντέχει άλλο και ότι παραδίνεται και ζήτησε από τον Ιερομάχο να έρθει να τον βοηθήσει να σηκωθεί και μέσα από το γάντι του τράβηξε τη λάμα που είχε κρυμένη. Και όταν ο Ιερομάχος άπλωσε το χέρι του για να τον βοηθήσει ο Έχθιστος έκανε να τον μαχαιρώσει.

Αλλά ο Ιερομάχος δεν ήταν αφελής όσο τίμιος και να ήταν και ήξερε πόσο προδοτικός μπορούσε να είναι ο αντίπαλός του και με το αριστερό του χέρι σταμάτησε το χτύπημα ενώ με το δεξί τρύπησε την μελανή καρδιά του Έχθιστού πέρα για πέρα. Και το λαμπρος σπαθί πύρωσε καθώς άγγιξε το φριχτό σκότος στην καρδιά του Έχθιστου και μαύρο αίμα κύλησε από το στόμα του και μαζί του βγήκε και η μαύρη του ψυχή. Και χιλιάδες κοράκια όρμησαν από τα ουράνια, κοράκια σταλμένα από τον Πανδάμαντα και άρπαξαν τη μαύρη του ψυχή και η Τερπήνεια άνοιξε στα δύο το χώμα και τα κοράκια πέταξαν μέσα την ψυχή του και η γη έκλεισε πίσω της για να μην μολύνει άλλο η μιαρότητα του Έχθιστου τους ανθρώπους.

Λένε όμως πως το κακό του Έχθιστου δεν τέλειωσε με το θάνατό του, γιατί η μελανή του ψυχή απλώθηκε στα έγκατα της γης και έφτιαξε βασίλειο δικό της. Και, μαντέψτε, ζούμε μέσα σε αυτό”, ολοκλήρωσε την αφήγηση του ο Εχεχθόνιος. “Και, τώρα, δώστε ότι έχετε ευχαρίστηση.”

Η Οψιμάνθη είχε μείνει κατάπληκτη με την πετυχημένη αφήγηση του Εχεχθόνιου. “Πού έμαθες να αφηγείσαι έτσι ωραία ιστορίες;” τον ρώτησε.


(απόσπασμα από κάτι μεγαλύτερο)

(Η εικόνα είναι από εδώ)

Post Author: Mihalis

Σχολιάστε ελεύθερα