Μόρντις

«Άλφρεντ, σου έχω ζητήσει κάτι εδώ και πολύ καιρό. Γιατί δε το κάνεις;»
«Προσπαθώ κύριε Λυκειάρχη, απλά δεν είναι εύκολο…»
«Σου έχω ζητήσει να κανονίσεις τον Μόρντις και τη συμμορία του! Αλλά οι άχρηστοι που έχεις μαζέψει δε μπορούν να κάνουν τίποτα.»
«Μα…»
«Σκάσε! Άχρηστε! Χάσου από μπροστά μου. Και μη τολμήσεις να ξανάρθεις εδώ πριν κάνεις αυτό που σου είπα!»

Ο λυκειάρχης Ρόντρεϊκ σταμάτησε να φωνάζει. Αν δεν μπορείς να πιάσεις μύγες με ξύδι, χρησιμοποίησε μέλι, σκέφτηκε, και πήρε έναν πιο συγκαταβατικό τόνο.

«Από την επιτυχία σου εξαρτάται το πτυχίο σου,» συνέχισε. «Και ξέρεις τι παθαίνουν όσοι δε παίρνουν πτυχίο…»

Ο Άλφρεντ άνοιξε βίαια την πόρτα και βγήκε με βιαστικά βήματα και κατεβασμένο κεφάλι. Το καθίκι, είπε από μέσα του, ενώ σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να χώσει το χοντρό κεφάλι του λυκειάρχη του σε ένα ανοιχτό συρτάρι του γραφείου του και να το κλείσει με ορμή, ξανά και ξανά, μέχρι να σπάσει τον χοντρό σβέρκο του.

Στην ιδέα αυτή ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα λεπτά του χείλη. Αλλά το άφησε μοναχά σαν ιδέα. Ήξερε καλά τον πρώτο νόμο των δρόμων: «Μερικές φορές πρέπει να συγκρατείς το ένστικτο για να επιβιώσεις». Κάτι πολύ χρήσιμο όταν το μοναδικό δόγμα ήταν «Μόνο ο πιο ικανός επιβιώνει»

Ο Άλφρεντ κατέβηκε τις σκάλες νευριασμένος. Ο θυμός του ήταν τόσο εμφανής που όσοι τον συναντούσαν στο δρόμο τους έκαναν στη μπάντα για να περάσει. Ήταν λίγες μέρες πριν κλείσει τα δεκαεπτά, ψηλός και μυώδης, με εβένινο δέρμα και κοντά ξανθά μαλλιά. Στο λαιμό του κρεμόταν μια λεπτή σιδερένια αλυσίδα: στις φτωχογειτονιές ακόμα και αυτό ήταν υπερβολική πολυτέλεια.
Ήταν από τους ατυχείς να ανήκει γεννηθεί στα γκέτο, αλλά δε σκόπευε να μείνει μια ζωή στις χαμηλότερες συνοικίες της πόλης, σε μια ζωή με ανεργία, ανέχεια και εγκληματικότητα. Για να το πετύχει αυτό έπρεπε να τελειώσει το λύκειο. Όντας ο αρχηγός της ισχυρότερης συμμορίας στο σχολείο είχε πάρα πολλές ελπίδες να το κάνει, αρκεί να κατάφερνε να επιβιώσει. Αν και ο νεοφερμένος του χάλαγε τα σχέδιά του.
Ο Μόρντις είχε έρθει πριν ένα χρόνο και σύντομα βρέθηκε να έχει μαζέψει γύρω του μέλη συμμοριών που ο Άλφρεντ και οι άντρες του είχαν καταστρέψει. Όχι μόνο κατάφερε να μαζέψει γύρω του όλα αυτά τα κατακάθια, αλλά τους οργάνωσε σε μια από τις ισχυρότερες σχολικές συμμορίες του προαστίου τους. Ήδη είχαν κολλήσει αυτόν και τους δικούς του με τη πλάτη στο τοίχο. Σύντομα θα έπρεπε να αντιδράσει, ο λυκειάρχης του απλά τον πίεζε να βιαστεί. Και όχι άδικα. Με τη δύναμη που έδειχνε να μαζεύει απειλούσε ακόμα και τις βρομοδουλειές των καθηγητών.


«Λοιπόν μάγκες» είπε ο Άλφρεντ «ήρθε η ώρα να ξεμπερδεύουμε με το σκουλήκι.» Γύρω του βρίσκονταν οι τέσσερις έμπιστοί του, οι καβαλάρηδες του όπως τους αποκαλούσε. Τους υπόλοιπους δεν μπορούσε να τους εμπιστευτεί: ήταν τυχερός που δεν τον είχαν ήδη προδώσει. Αριστερά του καθόταν ο Μάρκους, ένας κοντός αλλά απίστευτα γεροδεμένος νεαρός με σκούρο δέρμα και ξυρισμένο κεφάλι. Δίπλα του ο Λίγκο, κοντός και αδύνατος με κατάλευκο δέρμα και αχτένιστα μαύρα μαλλιά. Μπορεί να μη διέθετε μυϊκή δύναμη, αλλά η πονηριά του τον έκανε επικίνδυνο αντίπαλο. Λίγο πιο πέρα ο Μέντοκ, ο πανύψηλος και λιγνός με το κίτρινο δέρμα και μπορούσε καλύτερα από τον καθένα να χρησιμοποιεί τις γροθιές του. Τη πεντάδα συμπλήρωνε η Άιλυ: Μπορεί να είχε γεννηθεί γυναίκα αλλά άνετα έβαζε κάτω κάθε έναν από υπόλοιπους. Το δέρμα της ήταν λευκό, τα μαλλιά της ξυρισμένα, το σώμα της μυώδες, χωρίς ίχνος λίπους πάνω του.
«Απλά πρέπει να πιάσουμε τον Μόρντις μόνο του. Αν το καταφέρουμε αυτό τον έχουμε φάει πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε.» συνέχισε ο Άλφρεντ.
«Το θέμα είναι πώς θα το κάνουμε;» παραπονέθηκε ο Μάρκους. «Δύσκολα τον βρίσκεις μόνο του…»
«Μην είσαι κλαψιάρης» τον πήρε από τα μούτρα ο Λίγκο «υπάρχει τρόπος, αλλά είναι ριψοκίνδυνος. Αλλά βέβαια και μόνο που θα πάμε να τον καθαρίσουμε είναι…»
«Για λέγε,» τον ενθάρρυνε να συνεχίσει ο Άλφρεντ. Ο Λίγκο ήταν πάντα μανούλα στο να βγάζει σχέδια.
«Συνήθως έχει τα σκυλάκια του για παρέα,» είπε ο κοντός άντρας «αλλά όχι όταν πάει στο Άντερχιλ.»
Όλοι τους ήξεραν το Άντερχιλ. Ήταν ένα ακριβό στέκι για τα δεδομένα του προαστίου τους, αλλά πολύ δημοφιλές σε κατοίκους των πάνω προαστίων που ήθελαν μία βόλτα στις κακόφημες γειτονιές. «Ο Τόμπυ του έχει δώσει το ελεύθερο να μπαίνει. Και δε νομίζω ότι το έκανε από την καλή του τη καρδιά…»
Στην υποψία ότι ο αντίπαλός τους μπόρεσε να πιέσει τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και αφεντικού του υποκόσμου της περιοχής πάγωσαν.
«Ευτυχώς» συνέχισε ο Λίγκο «μπορώ να κανονίσω να μπούμε παρέα και να τα πούμε ένα χεράκι όταν θα είναι τελείως κόκαλο. Δε νομίζω ότι θα υπάρξουν και πολλές αντιρρήσεις. Ίσα ίσα που θα βγάλουμε και πολύ κόσμο από τον κόπο να τον καθαρίσουν.»
«Και πότε θα ξαναπάει;» ρώτησε η Άιλυ.
«Είναι ήδη εκεί» είπε ο Λίγκο με ένα πλατύ χαμόγελο.


Το Άντερχιλ ήταν το μαύρο διαμάντι που έλαμπε μέσα σε τόνους από σκουπίδια. Ή κάποια τέτοια μαλακία θα έλεγε κάποιος από τους φλώρους που συχνάζουν εκεί. Αυτό σκεφτόταν ο Άλφρεντ καθώς έμπαινε μέσα από μια από τις πίσω πόρτες. Αναμφίβολα το πιο διαβόητο στέκι στην περιοχή. Εδώ μαζεύονταν συχνά μέλη των υψηλότερων επιπέδων, από ακριβοπληρωμένους υπαλλήλους μέχρι και στελέχη των πολυεθνικών.

Εδώ κατέληγαν κάποια από τα πιο όμορφα κορίτσια της περιοχής και από εδώ χάνονταν τα ίχνη τους. Άλλοι έλεγαν ότι μετακομίζουν σε ανώτερα στρώματα και χάνουν την επαφή με τους γείτονες. Άλλοι πολύ πιο σκοτεινές ιστορίες, που έφερναν ανατριχίλες και στους πιο σκληρόπετσους.

Η πόρτα έβγαζε σε ένα λαβύρινθο από διαδρόμους. Οι τέσσερις άντρες και η κοπέλα είχαν ακριβείς οδηγίες για το πώς θα βρεθούν στο δωμάτιο του αντιπάλου τους. Ακολουθώντας τις, δεν άργησαν να φτάσουν στο δωμάτιο ΩΖ52. Εδώ θα βρισκόταν ο Μόρντις, παρέα με ένα από τα κορίτσια του μαγαζιού.

«Έτοιμοι;» ψιθύρισε χαμηλόφωνα ο Άλφρεντ. Οι υπόλοιποι ένευσαν καταφατικά.

Με μια δυνατή κλωτσιά ο Μάρκους έσπασε τη πόρτα. Ήταν από συνθετικό ξύλο, σε μια προσπάθεια να μιμηθεί τις πόρτες πριν τον Πόλεμο. Οι υπόλοιποι όρμησαν μέσα στο δωμάτιο.
Ο Μόρντις ήταν γυμνός σε ένα κρεβάτι αγκαλιά με μια νεαρή κοπέλα. Ξανθιά, όχι μεγαλύτερη από δεκαπέντε, με το σώμα της μαυρόασπρο από τα πολλά τατουάζ της. Ο Λίγκο την άρπαξε και της φίμωσε το στόμα, πριν αυτή προλάβει να ουρλιάξει. Οι άλλοι τέσσερις έβγαλαν μαχαίρια και ετοιμάστηκαν να ορμήσουν.
Πρώτος όρμησε μπροστά ο Μέντοκ, καρφώνοντας το μαχαίρι του στο κρεβάτι, λίγο πιο πέρα από τη κοιλιά του Μόρντις: ο αντίπαλός του είχε παραμερίσει αμέσως, λες και ήξερε που ακριβώς θα έπεφτε το μαχαίρι.

Ο Μάρκους επιτέθηκε και αυτός, αλλά ο αντίπαλος όχι μόνο απέφυγε τη μαχαιριά, αλλά κατάφερε να περάσει τη γροθιά του από τα χέρια του κοντού άντρα και να του δώσει μια δυνατή γροθιά στο σαγόνι: η ταχύτητά του ήταν απίστευτη, το ίδιο και η δύναμη του χτυπήματος. Ο Μάρκους ζαλίστηκε για μια στιγμή και ένιωσε πρώτα το δεξί του χέρι και μετά το λαιμό του να σπάνε.

Όσο αυτό συνέβαινε η Άιλυ έψαχνε να βρει χώρο για να επιτεθεί. Βλέποντας τον Μάρκους να πέφτει νεκρός όρμησε μπροστά. Ο Μόρντις όμως ήταν ακόμα πιο γρήγορος: έβαλε ανάμεσά τους το πτώμα του συντρόφου της. Το μαχαίρι της καρφώθηκε στο νεκρό σώμα, ενώ το μαχαίρι του Μάρκους, που τώρα το κρατούσε ο Μόρντις της έκοψε το δεξί χέρι στο ύψος του βραχίονα.

Ο Μέντοκ είχε στο μεταξύ βρεθεί στα πλάγια του Μόρντις. Όσο αυτός ήταν απασχολημένος με τους άλλους δύο, αυτός επιτέθηκε με μια αριστερή γροθιά στον Μόρντις. Με έκπληξη είδε το χέρι του να σταματά από το αριστερό χέρι του αντιπάλου του, ενώ παράλληλα με το δεξί του χέρι έφερνε το μαχαίρι του προς τη καρδιά του. Ούτε που πρόλαβε να αντιδράσει στην αιφνιδιαστική αντεπίθεση.

Η Άιλυ στο μεταξύ, έχοντας ρίξει το μαχαίρι της, πήδηξε από πίσω στο Μόρντις και άρχισε να προσπαθεί να του βγάλει τα μάτια. Μόλις που είχε ανέβει πάνω του όμως και βρήκε τον εαυτό της να χτυπάει με το κεφάλι τον απέναντι τοίχο και έχασε τις αισθήσεις της.
Ο Άλφρεντ ετοιμάστηκε να επιτεθεί κι αυτός, αλλά ένα κάψιμο που ένιωσε στη πλάτη τον έριξε στο δάπεδο. Γύρισε και είδε από πάνω του τον Λίγκο με το απαίσιό του χαμόγελο στο στόμα και το ματωμένο μαχαίρι του στο χέρι. Ήθελε να τον βρίσει, αλλά το αίμα που έτρεχε ποτάμι από τη πληγή του τον έφερνε όλο και πιο κοντά στο θάνατο.
«Νόμιζες αλήθεια ότι θα ήταν τόσο εύκολο;» τον ρώτησε ειρωνικά ο Λίγκο καθώς στεκόταν από πάνω του.


Κύριε Σάμονγκ,
Η πρώτη δοκιμασία του μαθητή ΦΤ65Ζ231 ήταν απόλυτα επιτυχής. Κατάφερε να περάσει με καταπληκτική άνεση το στάδιο εγκλιματισμού στο σχολείο. Σύντομα θα πρέπει να ανταποκριθεί αναλόγως και στη κοινωνία. Το μόνο που με προβληματίζει είναι η τάση του να πραγματοποιεί όσο το δυνατόν πιο πολύπλοκα σχέδια μπορεί και κάποιες, ψυχωτικές θα τις χαρακτήριζα, τάσεις.
Με απεριόριστο σεβασμό,
Τ. Ρόντρεϊκ

Ο Ούλριχ Σάμονγκ, ως ανώτατο διοικητικό στέλεχος, είχε ξεπεράσει το ταπεινό στάδιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Το τριχωτό χέρι του τσαλάκωσε την αναφορά που είχε μπροστά του και την πέταξε στα σκουπίδια. Στη συνέχεια εξέτασε τα μαύρα γαμψώνυχα του και χάιδεψε τα κριαρίσια κέρατά του. Το μοντέλο Ζ58 δε δείχνει τα προβλήματα των προκατόχων του, σκέφτηκε. Ίσως αυτός, ο Μόρντις, να μπορούσε να μπει σε μαζική παραγωγή σε δύο τρία χρόνια. Τότε οι εχθροί μας καλό θα ήταν να τρέμουν…


Πολύ παλιά ιστορία μου – άσκηση worldbuilding σε ένα concept που εγκατέλειψα (εδώ έχουν φύγει κάποια στοιχεία που έκαναν τον κόσμο μοναδικό) και που ίσως ξαναχρησιμοποιηθεί σε κάτι άλλο δυστοπικό που μου τριγυρνάει στο μυαλό…

Post Author: Mihalis

Σχολιάστε ελεύθερα