The romantix

The Romantix Logo

Κεφάλαιο 13ο

Η Τζίνα μπήκε αργά στο σχολείο, έντονα προβληματισμένη από τα 12 προηγούμενα κεφάλαια που αποτελούσαν όλη την έως τώρα ζωή της. Ήταν δεκαέξι χρόνων, μικρόσωμη, αδύνατη, με γλυκό προσωπάκι, μακριά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Με άλλα λόγια, το μπάζο μιας οποιασδήποτε ρομαντικής ιστορίας, όπου και όλες οι γυναίκες πρέπει να είναι κουκλάρες. Παρά το ότι είχε άπειρες περιπέτειες στην προσωπική της ζωή, το μισό σόι της στο νοσοκομείο από ανίατες ασθένειες και πολλές υποχρεώσεις ως τραγουδίστρια σε ροκ συγκρότημα, πρόεδρος του πενταμελούς και πολλά υποσχόμενη ζωγράφος, κατάφερνε να παραμένει η καλύτερη μαθήτρια της τάξης της.
Η Τάνια την υποδέχτηκε πρόσχαρη. Ήταν μια ψηλή κι αδύνατη κοκκινομάλλα με υπέροχα πράσινα μάτια και πήρσινγκ στα αυτιά, στη μύτη και το πάνω χείλος. Οι μπότες της χτυπούσαν με δύναμη στο πλακόστρωτο καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε, προσέχοντας να μη την τρυπήσει με τα καρφιά που φορούσε στους καρπούς της.
«Πώς είσαι γλυκιά μου,» τη ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον; Η Τάνια, όπως και κάθε γκοθού σε παρόμοιες ιστορίες, ήταν λίγο προς πολύ λεσβία και γούσταρε την Τζίνα, άσχετο αν αυτή, παρά το υπεράνθρωπο IQ της, ήταν τόσο ζώον που δεν έπιανε τα θέλω-να-σε-πετάξω-κάτω-και-να-σου-ξεσκίσω-ότι-έχει-μείνει-αξέσκιστο βλέμματα που της έριχνε κατά καιρούς η Τάνια.
Και, ειλικρινά, είχε πολύ δουλειά μπροστά της, μιας και η Τζίνα, παρά την τελειότητα της δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία με το άλλο φύλο. Ο Αναξίμανδρος, ο μεγάλος της έρωτας, φαινόταν να μη της δείχνει καθόλου ενδιαφέρον, κάνοντας τη νεανική καρδιά της Τζίνας να μαραζώνει.
«Καλά,» της απάντησε μουδιασμένα.
«Πώς είναι η θεία σου;»
«Ξεπέρασε το εγκεφαλικό που έπαθε,» είπε η Τζίνα, «αν και ανησυχώ μήπως η κατάστασή της επηρεάσει αρνητικά την ανάρρωση του πατέρα μου από την ηπατίτιδα.»
«Η αδερφή σου είναι ακόμα σε κώμα;»
«Ναι.» Την αδερφή της την είχε χτυπήσει αυτοκίνητο στο τέταρτο κεφάλαιο, ενώ πήγαινε να της πει ότι κρυφάκουσε τον Αναξίμανδρο να λεει στον κολλητό του ότι γούσταρε την Τζίνα, και από τότε ήταν στην εντατική σε κώμα και πιθανότατα όταν θα συνερχόταν θα είχε αμνησία.
«Κι εμένα η μάνα μου είναι ακόμα στο νοσοκομείο.» Η μάνα της Τάνιας, χρόνια χρήστης ναρκωτικών, είχε πάθει ένα ατύχημα από υπερβολική δόση ενώ σνίφαρε βενζινόκολλα: λιποθύμησε και το κεφάλι της κόλλησε πάνω στο τραπέζι, με αποτέλεσμα να χρειαστεί εγχείρηση για να ξεκολλήσει.
«Πρέπει να είσαι πραγματικά αναστατωμένη,» της είπε ανήσυχη η Τζίνα.
«Είμαι,» απάντησε η Τάνια, «αλλά με παρηγορεί ο Αλέξανδρος,» συμπλήρωσε πονηρά. Ο Αλέξανδρος ήταν ο ντράμερ του συγκροτήματος της Τζίνας και κολλητός της Τάνιας που ήταν για χρόνια κρυφά ερωτευμένος μαζί της, αν και αυτή προτιμούσε να κάνει σχέσεις με μουσικούς. Τρία κεφάλαιο πιο πριν έκανε βέβαια μια εξαίρεση, όταν έγινε τύφλα στο μεθύσι από τη ζήλια της που η Τζίνα χόρευε με έναν τύπο που γνώρισε σε ένα πάρτι που είχαν πάει και την εξαίρεση αυτή την επαναλάμβανε τακτικά τον τελευταίο καιρό, όσο η Τζίνα δεν της καθόταν.
«Ο πατριός σου τι λέει για όλα αυτά;» την ρώτησε η Τζίνα. Ο πατριός της Τάνιας ήταν ένας πορνόγερος που δεν έχανε ευκαιρία να της βάζει χέρι (και συνεχώς διεκδικούσε περισσότερα, αλλά δεν ήταν μουσικός και έμενε με τα «περισσότερα» στο χέρι οπότε είχε συνηθίσει πλέον).
«Μουρμουρίζει, αλλά δεν μπορεί να πει τίποτα,» απάντησε η Τάνια. Μπροστά από τα δύο κορίτσια πέρασαν ο Σάκης και ο Αγιούκι. Ήταν δύο πανέμορφα αγόρια που όλες οι κοπέλες στο σχολείο λιποθυμούσαν όταν τους έβλεπαν και που το έτριβαν το πιπέρι. Φυσικά το γεγονός ότι ο Αγιούκι ήταν ένας γιαπωνέζος με μπλε μαλλιά δεν παραξένευε απολύτως κανένα, έκανε όμως αυταπόδεικτη την υποψία πολλών αναγνωστών ότι η συγγραφέας στον ελεύθερο χρόνο της διάβαζε άπειρα yaoi.
«Γεια σου Τζίνα,» της είπε ξελιγωμένα ο Τάκης. Ο Τάκης ήταν ο απουσιολόγος της τάξης και κρυφά ερωτευμένος μαζί της (εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το «κρυφά» είχε μια ιδιαίτερα περίεργη ερμηνεία στο σχολείο αυτό, μιας και στον φυσιολογικό κόσμο και οι πέτρες θα είχαν καταλάβει ότι την γούσταρε, αλλά είπαμε, η Τζίνα ήταν χαϊβάνι με τα αισθηματικά) και, έχοντας ένα κοινότυπο όνομα, καταδικασμένος στον ρόλο του κομπάρσου, μέχρι τουλάχιστον το κεφάλαιο 25, όπου και θα γινόταν ο κακός της ιστορίας και θα διεκδικούσε με ένα σατανικό σχέδιο την καρδιά της.
«Γεια,» του είπε αδιάφορα η Τζίνα και έκατσε στο θρανίο της, δίπλα στο παράθυρο.
Το μάθημα της πρώτης ώρας άρχισε. Ήταν ιστορία και η κ. Κλάψα, η φιλόλογός τους, είχε τις μαύρες της και, αντί να τους εξηγεί για το Μινωικό πολιτισμό, τους εξιστορούσε, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ, πώς την παράτησε ο κρητικός γκόμενός της. Η Τζίνα, βαριεστημένη, ατένιζε την άδεια αυλή του σχολείου. Ξαφνικά το βλέμμα της έπιασε δύο παρουσίες στην αυλή: δύο γυναίκες ντυμένες με μαύρα δερμάτινα ρούχα και γυαλιά ηλίου. Παραξενεμένη τις παρατήρησε να την κοιτάζουν και να της γνέφουν να βγει έξω.
«Συγνώμη κυρία,» είπε στην καθηγήτρια, «μπορώ να βγω για λίγο έξω;»
«Και το γαϊδούρι,» είπε μέσα σε αναφιλητά η κ. Κλάψα, «μου είπε ότι τα πόδια μου είναι πολύ χοντρά.» Για μια στιγμή σταμάτησε να κλαίει και με καθαρή φωνή είπε «ναι Τζίνα,» και συνέχισε το γοερό κλάμα μιλώντας για την υποτιθέμενη κυτταρίτιδα που είχε.
Η κοπέλα βγήκε από την τάξη και, διστακτικά, πλησίασε τις δύο γυναίκες, που είχαν κατευθυνθεί προς μια γωνία για να μη φαίνονται. Όταν έφτασε εκεί που βρίσκονταν η μία από αυτές, μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα με τα μαλλιά της πιασμένα σε κοτσίδα κατέβασε τα μαύρα γυαλιά της και την κοίταξε με ψυχρά πράσινα μάτια.
«Σε περιμέναμε Τζίνα,» της είπε.

«Ποιες είστε;» ρώτησε φοβισμένη η κοπέλα.
«Είμαστε σαν κι εσένα,» της απάντησε η μελαχρινή.
«Εσένα,» επανέλαβε η άλλη, μια κοκκινομάλλα με κοντό καρέ μαλλί, καστανά μάτια και μια ουλή κάτω από το σαγόνι της.
«Τι εννοείτε;» ρώτησε η Τζίνα.
«Ήρθε η ώρα να μάθεις για την μοίρα της ανθρωπότητας αγαπητή μου,» είπε η μελαχρινή. «Το ανθρώπινο είδος έχει δυστυχώς σκλαβωθεί χωρίς να το γνωρίζει από μια φυλή πλασμάτων που ονομάζονται φανμπόιζ και φανγκέρλς.»
«Φανγκέρλς,» επανέλαβε η κοκκινομάλλα.
«Δεν σε πιστεύω!» είπε η Τζίνα.
«Καλά θα κάνεις να με πιστέψεις,» συνέχισε η μελαχρινή. «Τα πλάσματα αυτά χειραγωγούν τις ζωές μας με κάτι που λέγονται ‘ιστορίες’ για να περνάνε την ώρα τους.»
«Ώρα τους,» επανέλαβε η κοκκινομάλλα.
«Είσαι τρελή!» είπε με σθένος η Τζίνα, ενώ οι πρώτες αμφιβολίες είχαν αρχίσει να τη ζώνουν σαν φίδια.
«Για πες μου,» την ρώτησε η μελαχρινή, «πόσο καθαρά θυμάσαι ότι έγινε πιο παλιά από τους τελευταίους τρεις μήνες;»
«Θυμάμαι πεντ…» ξεκίνησε να λεει η Τζίνα, αλλά οι αμφιβολίες ήταν πια ανακόντες που την έζωναν τόσο σφικτά που ήταν αδύνατον να τις αγνοήσει. «Τι μου συμβαίνει; Όλα είναι θολά στο κεφάλι μου!» είπε με δάκρυα στα μάτια.
«Είσαι το κέντρο μιας ιστορίας ενός φανγκέρλ,» εξήγησε η μελαχρινή. «Κάποτε ήμασταν και εμείς οι δυο στη θέση σου, αλλά ξεφύγαμε και τώρα ήρθαμε να σου δείξουμε εσένα τον τρόπο να γλιτώσεις.»
«Γλιτώσεις,» επανέλαβε η κοκκινομάλλα.
«Πώς μπορώ να το καταφέρω αυτό;» ρώτησε ανήσυχα η Τζίνα.
«Κοίτα, μια ιστορία τελειώνει με δύο τρόπους, είτε όταν βαρεθεί το ον που τη δημιουργεί, είτε όταν ‘ξενερώσουν’ όσα από τα άλλα όντα την παρακολουθούν, τρέφοντας έτσι το ον-δημιουργό. Η πρώτη περίπτωση είναι και η πιο ριψοκίνδυνη, αφού είτε παγώνει ο χρόνος λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος από το ον, είτε τελειώνοντας απότομα την ιστορία. Και αυτό το τελείωμα ποτέ δεν είναι καλό, αφού είναι συχνό φαινόμενο ο βίαιος θάνατος βασικών χαρακτήρων. Για παράδειγμα σε μια ιστορία ο πρωταγωνιστής έγινε βρικόλακας και αυτοπαλουκώθηκε σε ένα μεγάλο μάτσο από οδοντογλυφίδες, σε μια άλλη η πρωταγωνίστρια έπεσε στις ράγες του τρένου, ενώ σε μια τρίτη ένα ολόκληρο σχολείο πνίγηκε από φονικό τσουνάμι τριάντα μέτρων, όπου και ο πρωταγωνιστής εξομολογήθηκε τον έρωτά του στην πρωταγωνίστρια, ενώ αυτή ήταν πάνω σε μια σπασμένη πόρτα που επέπλεε και αυτός αιμορραγούσε ακατάπαυστα από την μάχη που έδωσε με έναν αδέσποτο καρχαρία,» εξήγησε η μελαχρινή.
«Τριάντα μέτρων,» επανέλαβε η κοκκινομάλλα.
«Αυτή γιατί μιλάει έτσι,» ρώτησε η Τζίνα δείχνοντας την κοκκινομάλλα.
«Μια τραγική μοίρα έπεσε πάνω της. Στην ιστορία που πρωταγωνιστούσε τρελάθηκε και τις έκαναν λοβοτομή, και αυτό της άφησε κάτι προβλήματα ομιλίας. Δες και την ουλή της,» είπε δείχνοντας το σαγόνι της.
«Μα…» είπε η Τζίνα, «η λοβοτομή γίνεται στον εγκέφαλο.»
«Ναι, αλλά η δημιουργός της δεν το ήξερε,» εξήγησε η μελαχρινή.
«Και πώς μπορώ να ελευθερωθώ;» ρώτησε η Τζίνα, ενώ εικόνες φριχτών βασανιστηρίων περνούσαν από το μυαλό της.
«Πάρε αυτό το χάπι,» είπε η μελαχρινή, προσφέροντάς της ένα κόκκινο χαπάκι.
«Αυτό θα με ελευθερώσει;» ρώτησε η Τζίνα.
«Όχι, απλά με όλα αυτά που άκουσες θα χρειαστείς ένα ηρεμιστικό.»
Δέκα λεπτά μετά η Τζίνα, ντυμένη στα δερμάτινα και με γυαλιά ηλίου έμπαινε στην τάξη της, γνωρίζοντας πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει.

Το μάθημα είχε τελειώσει και η επόμενη ώρα ήταν κενό, αφού ακόμα δεν είχε έρθει ο αντικαταστάτης του αντιπαθητικότατου μαθηματικού κ. Ανακατωσούρα, που είχε απολυθεί στο προηγούμενο κεφάλαιο εξαιτίας της ανάρμοστης συμπεριφοράς του, αφού την έπεφτε στην Τζίνα από το δεύτερο κιόλας κεφάλαιο.
Καθώς λοιπόν οι μαθητές τριγυρνούσαν από εδώ κι από εκεί, η Τζίνα, που κανείς δεν είχε προσέξει ότι είχε αλλάξει ρούχα, πλησίασε τον Τάκη.
«Γεια σου Τάκη,» είπε χαμογελώντας πονηρά, «έχεις δουλειά;»
«Έ-έλεγα να κάνω μια επανάληψη για τα αρχαία την τρίτη ώρα,» της απάντησε κομπιάζοντας, «αλλά μπορώ να το αναβάλω αν θέλεις κάτι.»
«Έλεγα να κάναμε σεξ στις τουαλέτες του σχολείου, αλλά δεν πειράζει,» απάντησε η κοπέλα, κάνοντας ένα ποσοστό των αναγνωστών της ιστορίας που προσεγγίζει το 50% να σοκαριστούν από το παράδοξο αυτό γεγονός και να σταματήσουν να τη διαβάζουν.
Η παραδοξότητα όμως της δήλωσης αυτής καθόλου δεν παραξένεψε τον Τάκη. Οι καταπιεσμένες ορμές χρόνων τινάχτηκαν σαν ανενεργό ηφαίστειο που ξυπνά για να σπείρει τον όλεθρο. Με ταχύτητα που έσπαγε ολυμπιακό ρεκόρ την κουβάλησε μέχρι τις τουαλέτες, όπου και ακολούθησε μια περιγραφικότατη σκηνή άγριου σεξ μέσα από την οπτική γωνία της Τάνιας, που είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή στα κρυφά, την οποία και δε θα την επαναλάβουμε εδώ γιατί διαβάζουν και ανήλικοι.
Αφού λοιπόν το ζευγάρι τέλειωσε τη δουλεία του και ξαναντύθηκαν, ο Τάκης ρώτησε την Τζίνα αν θα ήθελε να το επαναλάβουν.
«Ξέρεις,» απάντησε η Τζίνα αδιάφορα, «αυτό το έκανα μόνο και μόνο ως μια τελευταία φορά με άντρα, επειδή αποφάσισα να γίνω λεσβία. Απλά εσύ ήσουν ο τυχερός.» Το ήδη ασταθές σύμπαν της ιστορίας ήρθε ένα βήμα πιο κοντά στο να γίνει χίλια κομμάτια, όπως είχε ήδη γίνει η καρδιά του φτωχού Τάκη, ο οποίος βγήκε έξω κλαίγοντας. Άλλο ένα 15% εγκατέλειψε το διάβασμα, ενώ ένα υπολογιζόμενο 30% πανηγύριζε για τη λεσβιακή σκηνή που θα ακολουθούσε. Το 2,5% κιόλας άνοιξε σαμπάνια κατά τους έξαλλους πανηγυρισμούς του.
«Το εννοείς αυτό που είπες;» ρώτησε η Τάνια την Τζίνα, καθώς εκείνη έβγαινε από τις τουαλέτες, ενώ το βλέμμα της υποσχόταν ατέλειωτες βραδιές ακολασίας για τις δυο τους και ευχαρίστησης για τους πιστούς αναγνώστες.
«Ξέρεις Τάνια,» απάντησε η Τζίνα, «είσαι πολύ γλυκιά κοπέλα, αλλά εγώ θέλω μια πραγματική λεσβία. Ξέρεις, χοντρή, με μούσι, αξύριστες μασχάλες και να μισεί τους άντρες. Μπορούμε να παραμείνουμε φίλες.»
Στο σημείο αυτό το 2,5% έμεινε με τη σαμπάνια στο χέρι, σε αντίθεση με το υπόλοιπο 27,5% που βολεύτηκε με ότι είχε πρόχειρο. Και τα δύο ποσοστά όμως και μόνο στην νοητική εικόνα του σεξ αποφάσισαν ότι είχαν καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να συνεχίσουν να διαβάζουν.
Η Τζίνα λοιπόν, αφήνοντας την Τάνια να κλαιει με αναφιλητά για τη χυλόπιτα που μόλις έφαγε, βγήκε στο προαύλιο. Ο Σάκης και ο Αγιούκι παρατηρούσαν την σκηνή που είχε προηγηθεί πιασμένοι αγκαζέ.
«Τι κοιτάτε ρε βρωμόπουστες!» τους φώναξε η Τζίνα, κάνοντας το 2,5% των αναγνωστών (ένα κορίτσι οτάκου δηλαδή που διάβαζε ακόμα την ιστορία) να θιχτεί ανεπανόρθωτα και με ένα όλο νάζι γύρισμα του κεφαλιού μακριά από την οθόνη να εγκαταλείψει το διάβασμα στο σημείο εκείνο.
Η Τζίνα είδε τον Αναξίμανδρο στο βάθος του προαυλίου και ήταν έτοιμη για το τελειωτικό χτύπημα, όταν από τα μεγάφωνα του σχολείου ακούστηκε μια φωνή να την προστάζει να πάει στο γραφείο της λυκειάρχη. Δεδομένου του ότι ο λυκειάρχης ήταν άντρας, η πατρική φιγούρα με τη μακριά λευκή γενειάδα που έδινε πάντα συμβουλές στους μαθητές και δεν υπήρχε σύστημα για ανακοινώσεις στο σχολείο, η Τζίνα ήξερε ότι είχε έρθει η πιο κρίσιμη στιγμή στην επανάστασή της. Αφήνοντας κάθε άλλο που έκανε, έτρεξε προς τα γραφεία.

Φτάνοντας στο γραφείο του λυκειάρχη η Τζίνα είδε στην γνώριμη καρέκλα του λυκειάρχη τους να κάθεται μια κοπέλα στην ηλικία της. Αν την περιέγραφες θα μπορούσες να πεις ότι της έμοιαζε, αρκεί να αντικαθιστούσες το ‘μικρόσωμη’ με το ‘τάπα’, το ‘αδύνατη’ με το ‘αντιαισθητικά κοκαλιάρα’ και προσέθετες στο ‘γλυκό προσωπάκι’ ένα ψηφιδωτό από ακμή που το έκρυβε με εκπληκτική επιτυχία.
«Είσαι η Συγγραφέας, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε η Τζίνα.
«Ναι,» απάντησε η Συγγραφέας. «Κι εσύ μου καταστρέφεις την ιστορία μου!»
«Η ιστορία σου είναι η ζωή μου!» διαμαρτυρήθηκε η Τζίνα.
«Η ζωή σου είναι κατασκεύασμά μου!» τόνισε η Συγγραφέας, χτυπώντας με δύναμη το γραφείο. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να την καταστρέφεις έτσι.»
«Θέλω να είμαι ελεύθερη!» φώναξε η Τζίνα, χτυπώντας και αυτή το χέρι της στο γραφείο.
«Μην ανησυχείς, θα είσαι ελεύθερη σύντομα,» είπε με ένα σατανικό βλέμμα η Συγγραφέας. «Μεθαύριο, στην γιορτή του σχολείου, η φυσικός σας, η κυρία Κακομοίρογλου, έχοντας φτάσει στα άκρα από τα καψώνια που της κάνετε, θα σας φέρει κεφτεδάκια με απορρυπαντικό ρούχων μέσα. Όλο το σχολείο θα πεθάνει από τροφική δηλητηρίαση και η ιστορία θα τελειώσει με τον Αναξίμανδρο και της Τάνια να σου εξομολογούνται τον έρωτά τους και να πεθαίνετε και οι τρεις αγκαλιασμένοι.»
«Το απορρυπαντικό θα είναι για λευκά ή για χρωματιστά;» ρώτησε η Τζίνα.
Η Συγγραφέας δεν το είχε σκεφτεί και για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να αποφασίσει. Τη στιγμή αυτή επέλεξε και η Τζίνα για να αντιδράσει. Στο μυαλό της πέρασαν οι κινήσεις του Αναξίμανδρου, που είχε και μαύρη ζώνη στο Κουνγκ Φου και την είχε σώσει από κάτι ληστές στο πέμπτο κεφάλαιο, και, δίχως να χάσει καιρό έριξε ένα άπερκατ στο σαγόνι της Συγγραφέα. Πριν αυτή προλάβει να αντιδράσει της έριξε τρία απανωτά δεξιά ντιρέκτ στο πρόσωπο, συνέχισε με ένα αριστερό κροσέ και στο τέλος της σήκωσε στον αέρα, έκανε πέντε στροφές γύρω από τον εαυτό της και την πέταξε με την πλάτη πάνω στο γραφείο. Ο κόσμος όχι μόνο δεν αντέδρασε στο γεγονός ότι καμία από τις παραπάνω κινήσεις δεν υπάρχει στο κουνγκ φου, αλλά επιβράβευσε την προσπάθεια της Τζίνας με ουρλιαχτά πόνου της Συγγραφέα.
Όμως το ίδιο δεν ίσχυε για τον τελευταίο από τους 40 αρχικούς αναγνώστες, ένα παιδί που μοναδική επαφή του με καλές τέχνες ήταν όταν είχε δει τον Ζαν Κλωντ Βαν Ντάμ με στολή μπαλέτου σε μια ταινία, ο οποίος, απογοητευμένος με την έλλειψη γνώσεων πολεμικών τεχνών από τη συγγραφέα, σταμάτησε να διαβάζει.
«ΟΧΙΙΙΙΙΙ!!!!!!!!!» ούρλιαξε η συγγραφέας, καθώς η πραγματικότητα άρχισε να ραγίζει και τελικά θρυμματίστηκε σε εκατομμύρια κομματάκια, αφήνοντας την Τζίνα να αιωρείται στο κενό. Όμως τίποτα δεν είχε τελειώσει. Η Τζίνα ξεκίνησε να μαζεύει τα κομματάκια πραγματικότητας και να τα συναρμολογεί προσεκτικά σε ένα περίπλοκο παζλ, αφήνοντας απέξω περιττά τμήματα για χάρη της σταθερότητας. Στο τέλος, και κάτω από τις νότες του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» ολοκλήρωσε έναν μικρό γυαλιστερό κύβο που τον άφησε να αιωρείται πάνω από τα χέρια της.
Στο κενό εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι κύβοι αιωρούνταν, κάθε ένας μια διαφορετική ιστορία, αλλά μόνο ένας αντιστοιχούσε στην πρωταγωνίστριά μας. Τον κύβο αυτό ακούμπησε η Τζίνα και με μια λάμψη μπήκε μέσα του….

Η Τζίνα μπήκε αργά στο σχολείο. Ήταν δεκαέξι χρόνων, μικρόσωμη, αδύνατη, με γλυκό προσωπάκι, μακριά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Παρά τις υποχρεώσεις της ως τραγουδίστρια σε ροκ συγκρότημα, πρόεδρος του πενταμελούς και πολλά υποσχόμενη ζωγράφος, κατάφερνε να παραμένει η καλύτερη μαθήτρια της τάξης της.
Η Τάνια την υποδέχτηκε πρόσχαρη. Ήταν μια ψηλή κι αδύνατη κοκκινομάλλα με υπέροχα πράσινα μάτια και πήρσινγκ στα αυτιά, στη μύτη και το πάνω χείλος. Οι μπότες της χτυπούσαν με δύναμη στο πλακόστρωτο καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε, προσέχοντας να μη την τρυπήσει με τα καρφιά που φορούσε στους καρπούς της.
«Πώς είσαι γλυκιά μου,» τη ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Καλά εσύ;» την ρώτησε χαμογελαστή η Τζίνα.
«Μια χαρά,» απάντησε εκείνη, «πώς σου φαίνεται το νέο μου κρικάκι;» ρώτησε, δείχνοντας τον κρίκο που κρεμόταν από την τρύπα στη μύτη της.
«Γαμώ είναι,» σχολίασε, «σου πάει τρελά. Μακάρι να με άφηναν κι εμένα οι δικοί μου να βάλω ένα.»
«Δεν το χρειάζεσαι μωρό μου, υπέροχη είσαι και έτσι,» σχολίασε ο Αναξίμανδρος που χωρίς άλλα λόγια την αγκάλιασε και την φίλησε τρυφερά στα χείλη.
«Θέλω να είμαι η ομορφότερη για εσένα γλύκα,» του απάντησε η Τζίνα, ενώ πιασμένοι χεράκι χεράκι κατευθύνονταν προς την τάξη τους. «Τα λέμε αργότερα Τάνια, ας πάμε για καφέ μετά την πρόβα» γύρισε και είπε στην κοπέλα, ενώ με το βλέμμα έλεγε ‘θα σε ξεσκίσω σήμερα, μετά την πρόβα.’

Εντάξει, έπρεπε να επαναφέρει την σταθερότητα στον κόσμο της, αυτό όμως δεν σήμαινε ότι δε θα το διασκέδαζε κιόλας…

Σχολιάστε ελεύθερα